Στις 27 Γενάρη του 2026 έφυγε από την ζωή ο Γιώργος Ρούσης, γνωστός για την θεωρητική του συμβολή στην ανάπτυξη σύγχρονων ρεφορμιστικών και ρεβιζιονιστικών ιδεών, με ψευδομαρξιστικό προκάλυμμα, αλλά και για τις ρατσιστικές και ομοφοβικές δηλώσεις που είχε κάνει κατά καιρούς.
Γεννήθηκε στην Κέρκυρα τον Φλεβάρη του 1948, σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο Βρυξελλών και στο ίδιο ίδρυμα έκανε μεταπτυχιακές σπουδές και ανακηρύχθηκε και διδάκτορας.
Η πολιτική του καριέρα-σταδιοδρομία ξεκινά από την Νεολαία Λαμπράκη και έπειτα μέσα στο «ΚΚΕ» και την «Κ»ΝΕ, καθώς και με την συμμετοχή του σε διάφορες φιλοσοφικές γκρούπες είχε εμπλοκή στον «Μάη του ‘68» – με τις γνωστές πολιτικές αδυναμίες. Όλες αυτές οι συμμετοχές βέβαια εξαργυρώθηκαν αργότερα με θέσεις στα ψηφοδέλτια τόσο του «ΚΚΕ» όσο και άλλων σχηματισμών.
Στα τελευταία χρόνια της ζωής του είχε εκδώσει σειρά αντιμαρξιστικής κοπής έργων, όπως το «Αστική Δημοκρατία: Εγχειρίδιο Επαναστατικής Χρήσης» που εκδόθηκαν κατά κύριο λόγο από το εκδοτικό του «ΚΚΕ», την Σύγχρονη Εποχή.
Απόδειξη της ευκαιριακής σχέσης που διέθετε ο Ρούσης με την κομμουνιστική αριστερά βρίσκεται στην άρνηση κατανόησης θεμελιωδών διδαγμάτων της κομμουνιστικής παράδοσης σχετικά με την εξέλιξη των λαών, των κοινωνικών και οικογενειακών δεσμών. Από αυτήν την αδυναμία προέκυψαν και πολλές ακραίες θέσεις του, όπως η χυδαία έκφρασή του για τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα («αδελφές όλων των χωρών, ενωθείτε») και η αντίληψη πως το ΛΟΑΤΚΙ+ κίνημα και το Pride είναι δημιούργημα του καπιταλισμού (προφανώς δεν είχε ακούσει κάτι για το Stonewall ή ήταν απασχολημένος στις γκρούπες μελέτης να δουν γιατί απέτυχε η «επανάσταση» του Μάη του ’68 τότε… μπορεί πάλι να τον είχε φάει ο καναπές και η πολυθρόνα).
Συχνά λέγεται ότι «ο νεκρός δεδικαίωται». Ίσως και να είναι έτσι για τους φορείς της μικροαστικής και ιδεαλιστικής ηθικής. Για τους μαρξιστές – λενινιστές όμως, όλοι οι άνθρωποι ζυγίζονται για την στάση τους και κανείς δεν είναι υπεράνω κριτικής. Και σε κάθε περίπτωση, παρά την όποια θετική στάση μπορεί ένας άνθρωπος να κράτησε σε έναν βαθμό σε σημαντικές καμπές της ιστορίας, θα πρέπει να εξετάζεται όλη η δράση του. Και η ομοφοβία, ο ρατσισμός και οι κάθε είδους διακρίσεις δεν δικαιώνονται ποτέ, παρά μόνο αποτελούν κηλίδες στο όνομα αυτού που εκφράζει τέτοιες απόψεις – και τον χαρακτηρίζουν είτε μέχρι να τις ανακαλέσει ή τον ακολουθούν ως συστατικό της προσωπικότητάς του και μετά τον θάνατό του.
Και αν κάποιοι εύχονται «ελαφρύ ας είν’ το χώμα», εμείς δεν έχουμε κάτι να πούμε. Όμως, η απαξίωση που θα δείχνουμε σε Ρούσηδες και Ρουσηδισμούς θα είναι πάντα βαρύτερη απ’ το όποιο χώμα, ό,τι κι αν εύχονται κάποιοι.




