Το άρθρο «Ο Πόλεμος που σέρνεται ανάμεσα στις χώρες, είναι ο πόλεμος ενάντια σε εσένα προλετάριε!» αποτελεί έργο που δημοσιεύθηκε σε συνέχειες στα φύλλα 40-43 της Φωνής της Αλήθειας, του Οργάνου της Κεντρικής Επιτροπής των Συνεπών Κομμουνιστικών Δυνάμεων.
Αποτελεί συμβολή στην μελέτη για τον ιμπεριαλισμό σε μία κρίσιμη περίοδο, κατά την οποία το λαϊκό κίνημα βρίσκεται μπροστά σε σύνθετα ζητήματα και είναι ιδιαίτερα σημαντικό το πώς θα σταθεί μπροστά στα καθήκοντα αυτά η πολιτική πρωτοπορία του προλεταριάτου και των σύμμαχων με αυτό κοινωνικών στρωμάτων.
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Ο ρωσο-ουκρανικός πόλεμος φαίνεται να μπαίνει σε μια νέα φάση. Την ίδια στιγμή, ξαναζεσταίνονται μέτωπα πολέμου σε διάφορες γωνίες της γης. Χαρακτηριστικά παραδείγματα η σύγκρουση Ιράν – Ισραήλ, η αναθέρμανση των πολεμικών εστιών στην Κίνα, την ευρύτερη Ασιατική ήπειρο, πραξικοπήματα και εμφύλιοι στην Αφρική. Παράλληλα, όμως, γεννάται και ένας προβληματισμός για την στάση της κομμουνιστικής αριστεράς, ή έστω των οργανώσεων που θέλουν να αναφέρονται σε αυτήν την έννοια.
Η κομμουνιστική αριστερά σήμερα χωρίζεται ουσιαστικά σε δύο στρατόπεδα, τα οποία μοιάζουν όχι μόνο στην παρούσα φάση, αλλά και στην ουσία τους, πλήρως ασυμβίβαστα. Το ένα εκ των στρατοπέδων αυτών είναι αυτό της Κομμουνιστικής Συνέπειας, που αναγνωρίζει ότι οι εργαζόμενοι λαοί δεν έχουν καμία ανάγκη από την ασπίδα του ενός ή του άλλου ιμπεριαλιστή, μα αντίθετα χρειάζεται ταξικά προσανατολισμένος αγώνας, δηλαδή συγκρότηση της εργατικής τάξης σε τάξη για τον εαυτό της. Εννοείται πως σε αυτή την κατεύθυνση δεν εξετάζουμε μια σεχταριστική – απομονωτική κατεύθυνση συσπείρωσης, μα αντίθετα πρόκειται για μία κατεύθυνση μετωπικής πάλης, παρασέρνοντας πλάι στην εργατική τάξη τα χαμηλότερα σύμμαχα κοινωνικά στρώματα: φτωχά τμήματα της αγροτιάς, μερίδα των αυτοαπασχολουμένων, προοδευτική μερίδα της διανόησης, νεολαίοι με καταγωγή από την εργατική τάξη και τα ευρύτερα στρώματα των εργαζομένων,. Το δεύτερο στρατόπεδο είναι αυτό το οποίο υποστηρίζει ανοιχτά ή συγκαλυμμένα πως οι εργαζόμενοι και οι εργάτες πρέπει να στρατευτούν πίσω από την σημαία του ενός ή του άλλου ιμπεριαλιστή ή να διαλέξουν στρατόπεδο μπροστά στους πολέμους που έρχονται. Σκοπός του άρθρου είναι να καταδειχθεί ότι ακόμα και σήμερα ο πόλεμος είναι πρώτιστα στραμμένος ενάντια στην εργατική τάξη και τα σύμμαχα με αυτήν κοινωνικά στρώματα και με βάση αυτήν την αρχή να τονιστεί η αναγκαιότητα ανατροπής του συστήματος των πολέμων. Εκτιμάται πως θα ήταν ανούσιο και τουλάχιστον ατυχές να επικεντρωθεί το παρόν άρθρο στις θέσεις μεμονωμένων οργανώσεων καθώς αυτές είτε αλλάζουν με τον καιρό, είτε υποκρύπτουν (όπως θα καταδειχθεί) την επιδίωξη της ταξικής και πολιτικής αποστασίας, ή σε κάποιες άλλες – ελάχιστες – περιπτώσεις διατυπώνονται περισσότερο για να δηλώσουν μια διαφοροποίηση από άλλες δυνάμεις παρά για να εκφράσουν πραγματικές εκτιμήσεις της κοσμοθεωρίας.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1ο: ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟΣ
1.Α. Τα βασικά γνωρίσματα του ιμπεριαλισμού και ο πόλεμος
Όπως καταδεικνύεται από το έργο του Β. Ι. Λένιν «Ο Ιμπεριαλισμός ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού», βασικά γνωρίσματα του ιμπεριαλισμού είναι τα παρακάτω: 1) Συγκέντρωση της παραγωγής και του κεφαλαίου που έχει φτάσει σε τέτοια υψηλή βαθμίδα ανάπτυξης, ώστε να δημιουργεί μονοπώλια που διαδραματίζουν αποφασιστικό ρόλο στην οικονομική ζωή, 2) συγχώνευση του τραπεζικού κεφαλαίου με το βιομηχανικό και δημιουργία μιας χρηματιστικής ολιγαρχίας πάνω στην βάση αυτού του «χρηματιστικού κεφαλαίου», 3) εξαιρετικά σπουδαία σημασία αποκτά η εξαγωγή κεφαλαίου, σε διάκριση με την εξαγωγή εμπορευμάτων, 4) ο σχηματισμός διεθνών μονοπωλιακών καπιταλιστικών ενώσεων που μοιράζουν τον κόσμο μεταξύ τους και 5)ολοκλήρωση του εδαφικού μοιράσματος όλου του κόσμου μεταξύ των μεγαλύτερων καπιταλιστικών δυνάμεων. Απ’ αυτά τα χαρακτηριστικά προκύπτει και η δημιουργία και επιβολή σχέσεων εξάρτησης μεταξύ των ισχυρών οικονομικών κέντρων (τις λεγόμενες ιμπεριαλιστικές χώρες) και των δυνάμεων αυτών που μετατρέπονται σε δέκτες εντολών των ιμπεριαλιστικών χωρών (τις λεγόμενες εξαρτημένες χώρες), χωρίς φυσικά αυτό να σημαίνει ότι οι εξαρτημένες χώρες δεν έχουν κανένα περιθώριο αυτενέργειας. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον – το οποίο λόγω έκτασης δεν μπορεί να αναλυθεί στο παρόν – διαθέτουν οι λεγόμενες περιφερειακές δυνάμεις, δηλαδή χώρες που ενώ δεν βρίσκονται σε θέση απόλυτης ισχύος (κατά τρόπο που να τοποθετούνται στην θέση των ιμπεριαλιστικών χωρών) δεν βρίσκονται ούτε στην θέση της έντονης εξάρτησης (όπως οι εξαρτημένες χώρες). Οι περιφερειακές δυνάμεις μπορούν να προβάλλουν ακόμη και εμπόδια αλλά και ιδιαίτερες αξιώσεις απέναντι στις ιμπεριαλιστικές, χωρίς όμως να φτάνουν στο επίπεδό τους.
Εκ των παραπάνω συνάγεται ένα απλό και βασικό συμπέρασμα: το κύριο γνώρισμα του ιμπεριαλισμού, η εκδήλωσή του δεν είναι η διεξαγωγή πολέμων, αλλά μία σειρά άλλα, όπως η κεφαλαιακή συσσώρευση και το μοίρασμα του κόσμου σε σφαίρες επιρροής. Τι ρόλο όμως διαδραματίζει ο πόλεμος στην φάση του ιμπεριαλισμού; Ο πόλεμος είναι αναπόφευκτο χαρακτηριστικό του ιμπεριαλιστικού καπιταλισμού, και όπως θα καταδειχθεί παρακάτω ο πόλεμος διαθέτει μια οικονομική λειτουργία και μία ιδεολογική, που όμως σε κάθε περίπτωση είναι αναφαίρετο μέρος της αναπαραγωγικής διάστασης της υπερδομής (Überbau) για την οποία μιλά ο Κ. Μαρξ στην Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας.
Το αναπόφευκτο του πολέμου στον ιμπεριαλισμό έγκειται στο ότι προκειμένου να εδραιωθεί ή να αμφισβητηθεί η υφιστάμενη κατανομή του κόσμου σε σφαίρες επιρροής – και κατ’ επέκταση να υπάρξει αναδιανομή του συσσωρευμένου κεφαλαίου μεταξύ καπιταλιστών, χρειάζονται οι πολεμικές συρράξεις.
1.Β. Η οικονομική λειτουργία του πολέμου στον ιμπεριαλισμό
Παρ’ ότι η οικονομική λειτουργία του πολέμου στον Ιμπεριαλισμό (δηλ. στον Ιμπεριαλιστικό Καπιταλισμό) είναι φαινομενικά εύκολα εντοπίσιμη αξίζει να γίνει μία αναφορά σε αυτήν.
Όπως καταδείχθηκε παραπάνω, ο πόλεμος αν και δεν είναι το κύριο στον ιμπεριαλισμό είναι αναπόσπαστο μέρος του. Η ανάγκη καταμερισμού της παγκόσμιας παραγωγικής διαδικασίας, η αμφισβήτηση των θεσπισμένων σφαιρών επιρροής, αλλά ακόμα και η καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων (εργαζομένων και εργοστασίων) συνιστούν αναπόσπαστα κομμάτια που οδηγούν νομοτελειακά στον πόλεμο. Ακόμη και οικονομικές και πολιτικές ενώσεις όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση βλέπουμε να οδηγούνται σταδιακά σε αδιέξοδο μέσα στις κυοφορούμενες αντιθέσεις του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Τα παραπάνω, ενώ αφορούν κυρίως στην οικονομική διάσταση του πολέμου στον ιμπεριαλισμό, μπορούν εν μέρει να θεωρηθούν και χαρακτηριστικά της οικονομικής λειτουργίας.
Για να εξεταστεί η οικονομική λειτουργία θα πρέπει να εξεταστεί πώς η πράξη της πολεμικής σύρραξης εξυπηρετεί τα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα και ειδικά τα παραπάνω γνωρίσματα του ιμπεριαλιστικού πολέμου και των συγκρούσεων δια αντιπροσώπων. Από την θεώρηση αυτή προκύπτει ακριβώς ότι η ίδια η πράξη της σύρραξης μεταξύ καπιταλιστικών χωρών αποτελεί εκδήλωση ακριβώς αυτών των αναγκών. Μπορεί κανείς να δει ότι τουλάχιστον 180 δις δολάρια έχουν δαπανηθεί από τις ΗΠΑ στον πόλεμο Ρωσίας – Ουκρανίας (και αυτό υπό την προϋπόθεση ότι θεωρούμε ως απαρχή του πολέμου την ρωσική παρέμβαση του 2022). Εύκολο να αναλογιστεί κανείς τα οφέλη των πολεμικών βιομηχανιών από μία τέτοια «εκχώρηση». Ο λόγος που χρησιμοποιούνται τα εισαγωγικά για την χρήση της λέξης εκχώρηση, είναι καθώς δεν περιγράφει ακριβώς την πραγματικότητα, αφού αποκρύπτει την ανταλλακτική διαδικασία. Έτσι, ενώ η διοίκηση Biden είχε δώσει 182 δις σε εξοπλισμό χωρίς υποσχέσεις περί ανταλλαγμάτων, η διοίκηση Trump πιέζει για μία συμφωνία αποπληρωμής, μέσα από την παραχώρηση δικαιωμάτων χρήσης σπανίων γαιών της Ουκρανίας, αξίας – τουλάχιστον 400 δις δολαρίων ΗΠΑ. Ακριβώς από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο πόλεμος εξυπηρετεί μία οικονομική διάσταση του ιμπεριαλισμού, δηλαδή τον επανακαταμερισμό των σφαιρών επιρροής, την διεθνή αναδιανομή κεφαλαίου μεταξύ των καπιταλιστικών χωρών και, τέλος, την εδραίωση ενός νέου status quo με ημερομηνία λήξης.
1.Γ. Η ιδεολογική λειτουργία του πολέμου στον ιμπεριαλισμό
Εκτέθηκε παραπάνω το ζήτημα της οικονομικής λειτουργίας του πολέμου στις συνθήκες του Ιμπεριαλισμού, ως ανώτατου σταδίου του καπιταλισμού. Πέραν όμως της προαναφερθείσας οικονομικής λειτουργίας, δεν μπορεί να αγνοηθεί το ζήτημα της ιδεολογικής λειτουργίας του πολέμου στα πλαίσια αυτά.
Για να γίνει κατά τρόπο ορθό και ολοκληρωμένο η ανάλυση αυτή, απαιτείται να ορίσουμε την έννοια της ιδεολογίας. Και για να προχωρήσουμε στον ορισμό της έννοιας αυτής θα χρειαστεί να προσφύγουμε στην «Γερμανική Ιδεολογία» που συνέγραψαν ο Κ. Μαρξ και ο Φρ. Ένγκελς, αφού πρώτα εξετάσουμε την θέση της ιδεολογίας στο μοντέλο βάση-υπερδομή που παρατίθεται στην Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας.
Σύμφωνα με τον Κ. Μαρξ, λοιπόν, ως πρωταρχικό ορίζεται η ύλη, η οποία και επιδρά και καθορίζει την ανθρώπινη συνείδηση. Λόγω αυτής της σχέσης πρωτεύοντος και επακόλουθου προκύπτει η σύνδεση του πολέμου που διεξάγεται στα πλαίσια του ιμπεριαλιστικού συστήματος με τις ίδιες τις βάσεις του ιμπεριαλιστικού συστήματος. Αναλύθηκε παραπάνω το ζήτημα του πώς μέσω αυτής της ιδιαίτερης διάστασης της υπερδομής (του πολέμου στο σύστημα του ιμπεριαλισμού) εξασφαλίζεται η θετική ρύθμιση της οικονομικής βάσης, δηλαδή η επίλυση των εσωτερικών της αντιθέσεων και αντιφάσεων ακόμη και μέσα από την χρήση καταστροφικών μέσων.
Πέραν αυτής της δραστηριότητας, όμως, τα περισσότερα στοιχεία της υπερδομής διαθέτουν και μία ιδεολογική – αναπαραγωγική λειτουργία. Για το ζήτημα της ιδεολογίας μιλά με ιδιαίτερη έκταση ο Κ. Μαρξ, ενώ σημαντική αναφορά βλέπουμε και από άλλους στοχαστές. Αν θα μπορούσε να συνοψιστεί σε μία φράση η θέση του Μαρξ για την ιδεολογία είναι πως αυτή αποτελεί μία διαστρεβλωμένη σύλληψη της πραγματικότητας που αποσκοπεί και στην αναπαραγωγή των υφιστάμενων οικονομικών και κοινωνικών σχέσεων.
Τίθεται το ερώτημα, πώς γίνεται μία καταστροφική συνθήκη όπως ο πόλεμος να συμβάλλει στην αναπαραγωγή των οικονομικών σχέσεων; Η απάντηση προκύπτει από τον ίδιο τον ιδεολογικό πυρήνα του πολέμου. Στις συνθήκες του πολέμου, εντός της ίδιας της πολεμικής πράξης, καλλιεργείται ένα πνεύμα «εθνικής ενότητας» που προσεγγίζει την κοινωνία ως κοινότητα, με την έννοια της ομάδας που έχει κοινά συμφέροντα τα οποία θίγονται μπροστά σε μία «υπαρξιακή απειλή», η οποία προσωποποιείται στην χώρα – εχθρό. Αυτή η συσπείρωση που δημιουργεί ένα πνεύμα υπερεθνικισμού είναι που οδηγεί στην αναπαραγωγή των υφιστάμενων κοινωνικών σχέσεων, στρατεύει τον εργαζόμενο λαό κάτω απ’ την σημαία της Αστικής Τάξης της χώρας του και των ιμπεριαλιστών που την στηρίζουν, και δημιουργεί ένα πνεύμα συγκάλυψης των ταξικών διαφορών. Εκεί ακριβώς έγκειται και η ιδεολογική λειτουργία του πολέμου στον πόλεμο που διεξάγεται εντός των συνθηκών του ιμπεριαλισμού.
1.Δ. Χαρακτηρισμός των σύγχρονων συρράξεων (ή «είναι όλοι οι πόλεμοι ιμπεριαλιστικοί;»)
Το κύριο ζήτημα για τον χαρακτηρισμό των σύγχρονων συρράξεων είναι αν είναι όλοι οι πόλεμοι ιμπεριαλιστικοί. Με άλλα λόγια, αν κάθε πόλεμος που προκύπτει στο πλαίσιο της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας είναι ιμπεριαλιστικός ή πρέπει να λάβει έναν άλλο χαρακτηρισμό. Η διάκριση αυτή είναι αναγκαία καθώς άλλες συνθήκες δράσης διαμορφώνονται στα πλαίσια ενός ιμπεριαλιστικού πολέμου και άλλες συνθήκες – δυνατότητες δράσης προκύπτουν στο έδαφος μίας σύρραξης που μπορεί να έχει χαρακτηριστικά ιμπεριαλιστικής εισβολής, πολέμου δια αντιπροσώπων, πολέμου μεταξύ δύο εξαρτημένων δυνάμεων από κοινό ιμπεριαλιστή (για καλύτερη κατανόηση του σχήματος της εξάρτησης βλ. παραπάνω) ή ακόμα και εμφύλιας αστικής/ενδοαστικής σύρραξης. Συνιστά γενικά ορθή παραδοχή ότι σε όλες τις προαναφερθείσες περιπτώσεις ο στόχος είναι κοινός, δηλαδή η ανατροπή του καπιταλισμού, η οικοδόμηση λαϊκής εξουσίας, η πλήρης κοινωνική χειραφέτηση. Όμως, κάθε μορφή πολέμου γεννά συγκεκριμένες μεθόδους εκπλήρωσης αυτού του καθήκοντος.
Προκειμένου να απαντηθεί συνοπτικά το ερώτημα αν είναι όλοι οι πόλεμοι ιμπεριαλιστικοί, θα πρέπει πρώτα και κύρια να έχει κανείς απαντήσει στο ερώτημα «εξάρτηση ή θεωρία της αλληλεξάρτησης;» και μόνο υπό τον όρο ότι δίνει την επιστημονικά τεκμηριωμένη απάντηση περί απόρριψης του σχήματος της αλληλεξάρτησης και των διαφόρων μορφών με τις οποίες αυτό εκφράζεται, τότε θα κατανοήσει ότι ακριβώς καθώς ο χαρακτήρας των χωρών δεν είναι ενιαίος ιμπεριαλιστικός, αλλά οι χώρες χωρίζονται σε κατηγορίες με βάση το επίπεδο εξάρτησης από το οποίο χαρακτηρίζονται και έτσι κατ’ επέκταση ο πόλεμος λαμβάνει διαφορετικές μορφές.
Παραπάνω εκτέθηκαν ορισμένες μορφές πολέμου (ιμπεριαλιστικός πόλεμος, πόλεμος δια αντιπροσώπων, ιμπεριαλιστική εισβολή κοκ). Με βάση ποια κριτήρια γίνεται αυτός ο χωρισμός; Ορισμένα κριτήρια που μπορούμε να θέσουμε για τον χωρισμό – χαρακτηρισμό αυτό είναι α) η θέση της κάθε εμπλεκόμενης χώρας στην διεθνή ιμπεριαλιστική αλυσίδα, β) το επίπεδο εμπλοκής μίας ιμπεριαλιστικής δύναμης στην υπό εξέταση σύρραξη, γ) τα ουσιαστικά πολιτικο-οικονομικά δεδομένα πίσω από την σύρραξη αυτή.
Έτσι οδηγούμαστε στο συμπέρασμα πως ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος είναι η άμεση ένοπλη (και όχι οικονομική ή εμπορική) σύρραξη μεταξύ δύο ιμπεριαλιστικών κρατών, χωρίς να τηρούνται «ούτε τα προσχήματα», δηλαδή χωρίς μεσολάβηση αντιπροσώπων – εξαρτημένων κρατών. Αναμφίβολα η δομή της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας μπορεί να οδηγήσει σε πολέμους που δεν είναι ιμπεριαλιστικοί και αυτό δεν «αθωώνει» τον Ιμπεριαλισμό, αλλά αντίθετα καταδεικνύει την πολυπλοκότητά του και τα σύνθετα μέσα που αυτό το σύστημα μετέρχεται για την αναπαραγωγή και επιβίωσή του. Οι πόλεμοι μπορεί να είναι ιμπεριαλιστικά υποκινούμενοι, αλλά αυτό το χαρακτηριστικό δεν τους καθιστά αυτόματα ως ιμπεριαλιστικούς. Μία τέτοια λογική θα ήταν δούρειος ίππος της θεωρίας περί γενικού ιμπεριαλιστικού χαρακτήρα των κρατών («όλες οι χώρες είναι ιμπεριαλιστικές») και της θεωρίας περί αμοιβαίας αλληλεξάρτησης («ΗΠΑ και Ελλάδα είναι αμοιβαία εξαρτημένες αλλά ανισόμετρα»).
Κεφάλαιο 2ο: ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΦΑΣΙΣΜΟΣ
2.Α. Τα οικονομικά, ιδεολογικά και κοινωνικά γνωρίσματα του Ιμπεριαλισμού
Τα βασικά γνωρίσματα του φασισμού διακρίνονται σε τρία επίπεδα. Στο οικονομικό, το ιδεολογικό και το κοινωνικό. Το θεμελιώδες που πρέπει να εξετάσουμε είναι το οικονομικό, αφού η οικονομία αποτελεί την “βάση”, το υλικό θεμέλιο πάνω στο οποίο δομείται η εκάστοτε κοινωνική υπερδομή, η οποία και περιλαμβάνει την ιδεολογία.
Βασικό γνώρισμα του φασισμού στο οικονομικό επίπεδο είναι η οργανική ταύτιση των συμφερόντων της Αστικής Τάξης με την κρατική εξουσία. Αυτή η ταύτιση δεν περιορίζεται σε μια ιδεολογική σύμπλευση, αλλά υλοποιείται μέσα από θεσμούς ανοιχτής παρέμβασης των μεγάλων καπιταλιστών στην άσκηση της κρατικής πολιτικής. Σε αντίθεση με την αστική “δημοκρατία”, όπου η επιρροή της Αστικής Τάξης εμφανίζεται μερικώς συγκαλυμμένη μέσω μηχανισμών όπως τα λόμπι, τα ΜΜΕ και η κομματική χρηματοδότηση, στον φασισμό αυτή η σχέση απογυμνώνεται και θεσμοποιείται.
Χαρακτηριστικά ιστορικά παραδείγματα αποτέλεσαν η ναζιστική Γερμανία και η φασιστική Ιταλία, όπου εκπρόσωποι των μεγάλων επιχειρήσεων και βιομηχάνων συμμετείχαν άμεσα σε Υπουργεία, κρατικές επιτροπές και όργανα “κοινωνικής διαβούλευσης”. Με την πολιτική των “εθνικών συνδικάτων” και την κατάργηση της ταξικής ανεξαρτησίας του εργατικού κινήματος, το φασιστικό κράτος επιφόρτιζε τους ίδιους τους εργοδότες ή τους διορισμένους “εργατοπατέρες” με το έργο της εργατικής “εκπροσώπησης”. Αυτοί οι εργατοπατέρες, συνήθως εντεταλμένοι του καθεστώτος ή των εργοδοτών, δεν είχαν καμία οργανική σύνδεση με την εργατική τάξη, πολλώ δε μάλλον με τον κλάδο που “εκπροσωπούσαν”.
Ο φασισμός, όπως τον περιέγραψε και ο ίδιος ο Μπενίτο Μουσολίνι, είναι κατεξοχήν κορπορατιστικός: οικοδομεί ένα κρατικό μοντέλο στο οποίο το κράτος λειτουργεί ως άμεσος εκφραστής των καπιταλιστικών συμφερόντων, οργανώνοντας την κοινωνία και την οικονομία πάνω στη βάση των “συνεργαζόμενων τάξεων”, με την ταξική κυριαρχία της αστικής τάξης πλήρως εξασφαλισμένη και θεσμοθετημένη.
Ως προς το ιδεολογικό επίπεδο του φασισμού συγκεντρώνονται μία σειρά χαρακτηριστικά: το πρώτο και κύριο είναι η αντικομμουνιστική στόχευση. Μέσα από αυτήν, ο φασισμός προσπαθεί να καταστείλει το κομμουνιστικό κίνημα με σκοπό την αναπαραγωγή της καθεστηκυίας τάξης. Για να καταφέρει την υλοποίηση της στόχευσης αυτής, ο φασισμός στρέφεται στο αφήγημα της “εθνικής ενότητας” που στηρίζεται στην φράση “πάνω απ’ όλα είμαστε ομοεθνείς”. Την ίδια στιγμή, για να μπορέσει να υπάρξει το αφήγημα της “εθνικής ενότητας” χρειάζεται ένας συλλογικός εχθρός, ο οποίος κάποιες φορές είναι ακόμα και ολόκληρες κοινωνικές ομάδες (πχ Εβραίοι, Μουσουλμάνοι, ΛΟΑΤ, Ρομά, Αλλόθρησκοι κλπ) ή φανταστικές συνωμοσίες (πχ “Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών” ή η σύγχρονη αμερικανική θεωρία συνωμοσίας “Q-Anon”).
Τέλος, ως προς το ζήτημα του κοινωνικού επιπέδου εντοπίζεται ως βασικό χαρακτηριστικό η δίωξη, η προσπάθεια αφανισμού και η λήψη εκτενών μέτρων καταστολής κατά οποιουδήποτε δεν χωρά στο “εθνικό αφήγημα”. Φυσικά, αυτή η δίωξη, ο αφανισμός και η καταστολή δεν γίνονται από ιδεοληψία, αλλά αποτελούν στρατηγική επιλογή. Μέσα από αυτό το σύστημα πρακτικών το πολιτικό προσωπικό επιδιώκει την ενίσχυση του εθνικού αφηγήματος προβάλλοντας τους διωκόμενους ως συλλογικούς εχθρούς της “κοινότητας”. Όμως, το κομμουνιστικό κίνημα στέκεται απέναντι σε αυτή την ιδεολογία. Και ακριβώς λόγω αυτής της στάσης του, καταλήγει να στοχοποιείται ευκολότερα από τους ακόλουθους του φασιστικού αφηγήματος.
2.Β. Η ιδεολογία του φασισμού στην υπηρεσία των ιμπεριαλιστικών σχεδιασμών
Έγινε αναφορά παραπάνω στο ιδεολογικό πλαίσιο του φασισμού, το οποίο κατασκευάζει ένα ψευδές συλλογικό “εμείς” και ένα φαντασιακό εχθρικό “άλλο”. Αυτές, όμως, οι κατασκευές δεν είναι απλά φανταστικές, αλλά και επικίνδυνες, αφού στοχεύουν στην στράτευση των λαών κάτω από τις σημαίες των ιμπεριαλιστών. Μέσα από την ιδεολογία της “εθνολαϊκής κοινότητας υπό απειλή”, καλείται ο εργαζόμενος λαός να συρθεί στην σφαγή για τα συμφέροντα της εγχώριας ή της ξένης αστικής τάξης.
Εκεί ακριβώς αποκαλύπτεται και το σημείο όπου η πολιτική του φασισμού μετατρέπεται σε μια ανοιχτή μορφή ταξικής θανατοπολιτικής. Δηλαδή, σε μια έκφραση εξουσίας που αντιμετωπίζει την ανθρώπινη ζωή ως δευτερεύον ζήτημα, όχι μόνο στην πράξη αλλά και στη διακήρυξη.
Στο επίπεδο της φασιστικής ρητορικής, κυριαρχεί το ερώτημα-πρόταγμα: «Τι αξίζει η ζωή του ενός μπροστά στην υπεράσπιση της πατρίδας;» — ένα ερώτημα που παρουσιάζεται ως αυτονόητο, ηρωικό και πατριωτικό. Αυτό που αποσιωπάται όμως είναι ο βαθύτατα ταξικός χαρακτήρας αυτής της κατασκευής.
Γιατί αυτό που πραγματικά εννοούν οι Αστικές Τάξεις και το πολιτικό τους προσωπικό, όταν θέτουν τέτοια ερωτήματα, είναι: «Τι αξία έχει η ζωή του εργάτη, του φτωχού νεολαίου, του μετανάστη, μπροστά στην υπεράσπιση της εξουσίας μας;»
Και εδώ χρειάζεται να είμαστε απολύτως σαφείς: όταν οι αστοί μιλούν για «πατρίδα», εννοούν το κράτος και την κοινωνία που κυβερνούν οι ίδιοι, με το κεφάλαιό τους, τους νόμους τους και τους στρατούς τους. Αν η πατρίδα αυτή περνούσε στα χέρια του λαού και της εργατικής τάξης, τότε ξαφνικά η «θυσία για την πατρίδα» θα γινόταν γι’ αυτούς έγκλημα. Η ανθρώπινη ζωή, λοιπόν, αποκτά ή χάνει αξία ανάλογα με την υπηρεσία που προσφέρει στην ταξική κυριαρχία.
2.Γ. Η θανατοπολιτική απέναντι στην εργατική τάξη ως εγγενές στοιχείο του καπιταλισμού
Η ταξική θανατοπολιτική του φασισμού δεν εμφανίζεται ξαφνικά, ούτε αποτελεί “εκτροπή” από έναν υποτιθέμενο ουδέτερο δημοκρατικό κανόνα. Αντιθέτως, η θερμοκοιτίδα της είναι η ίδια η Αστική “Δημοκρατία”, η οποία καλλιεργεί τις πρώτες ύλες αυτής της λογικής: τη φυσικοποίηση της θυσίας, την ιεροποίηση της πατρίδας, τη σχετικοποίηση της ανθρώπινης ζωής.
Πόσες φορές δεν ακούμε να δηλητηριάζονται τα παιδιά από το σχολείο ακόμη, με το αφήγημα της “ευγενούς θυσίας για την πατρίδα”; Πόσες φορές δεν προβάλλονται, ακόμη και σε σχολικές αίθουσες, οι εθνικοί μύθοι – όπως το “Όχι” του δικτάτορα Μεταξά (ο οποίος παρουσιάζεται ως “πατριώτης”) – ως ύψιστη εκδήλωση πατριωτικού καθήκοντος; Η Αστική Τάξη χρειάζεται να προετοιμάζει διαρκώς συνειδήσεις πρόθυμες να δεχτούν πως “ο θάνατος για την πατρίδα” είναι τιμή – γιατί μόνο έτσι μπορεί να συνεχίσει να κυβερνά.
Όμως το ζήτημα δεν είναι μόνο ιδεολογικό ή επιφανειακά “πολιτισμικό”. Η ταξική θανατοπολιτική ριζώνει στην ίδια τη δομή των εκμεταλλευτικών κοινωνιών. Όσο υπάρχουν τάξεις και ταξικές εξουσίες, όσο υπάρχει καθεστώς οικονομικής και πολιτικής ανισότητας, θα υπάρχουν κυρίαρχοι πρόθυμοι να θυσιάσουν ανθρώπινες ζωές για την εδραίωση ή τη διατήρηση της ισχύος τους.
Και όχι μόνο οι εγκαθιδρυμένες κυρίαρχες τάξεις. Ακόμη και κάθε επίδοξη, “ανερχόμενη” (επίδοξη νεοαστική) τάξη που επιδιώκει να καταλάβει την εξουσία σε ένα εκμεταλλευτικό σύστημα, είναι διατεθειμένη να πατήσει πάνω σε πτώματα – και κυριολεκτικά αν χρειαστεί – προκειμένου να διασφαλίσει την κυριαρχία της. Έτσι, η θυσία των πολλών για τα συμφέροντα των λίγων παραμένει θεμέλιος λίθος κάθε συστήματος ταξικής εκμετάλλευσης. Η θανατοπολιτική δεν είναι ιστορική παρέκκλιση: είναι εργαλείο διακυβέρνησης του καπιταλισμού.



