Συντρόφισσες και σύντροφοι, συναγωνιστές και συναγωνίστριες,

Σας καλωσορίζουμε όλους στην VI Συνδιάσκεψη των Συνεπών Κομμουνιστικών Δυνάμεων, μία διαδικασία η οποία επιβεβαιώνει τον δημοκρατικό χαρακτήρα της Οργάνωσής μας. Οι Συνδιασκέψεις μας, που πραγματοποιούνται σε τακτά χρονικά διαστήματα – τόσο σύμφωνα με το παλιό καταστατικό όσο και με το σχέδιο νέου Καταστατικού – αποτελούν κορυφαίες στιγμές μίας αποδεδειγμένα δημοκρατικής και συμμετοχικής λειτουργίας της Οργάνωσής μας. Αποδεικνύεται ακόμη η πάγια θέση μας, η  οποία και αποτυπώθηκε στην Πολιτική Απόφαση της V Συνδιάσκεψής μας, ότι μόνο οργανώσεις όπως οι Συνεπείς Κομμουνιστικές Δυνάμεις μπορούν να αποτελέσουν το όχημα εκείνο που θα οδηγήσει στην οικοδόμηση της σοσιαλιστικής κοινωνίας, η οποία όπως τονίζεται και από τις Πολιτικές Αρχές και Στόχους της Οργάνωσης θα συνιστά και μία κοινωνία πλήρους κοινωνικής και πολιτικής χειραφέτησης. Αξίζει να σταθούμε σήμερα ιδιαίτερα στον θεσμό των Λαϊκών Συμβούλων που μετέχουν στην συνδιάσκεψή μας, ως αντιπρόσωποι από Συλλογικότητες και Ομάδες, οι οποίοι και διαθέτουν συμβουλευτική ψήφο στις σημερινές διαδικασίες. Πρωτοβουλίες όπως αυτή καταμαρτυρούν ότι οι Συνεπείς Κομμουνιστικές Δυνάμεις παλεύουν πραγματικά για την οικοδόμηση ενός πλατιού δημοκρατικού λαϊκού μετώπου και συμβάλλουν με όλες τους τις δυνάμεις για την πραγμάτωση αυτού του στόχου.

Όπως γίνεται εύκολα κατανοητό και από το κείμενο των Θέσεων, την Συνδιάσκεψη θα την απασχολήσουν ζητήματα τόσο στο πρακτικό πεδίο (όπως το καταστατικό της Οργάνωσης), όσο και στο πεδίο της κοσμοθεωρίας. 

Εκκινώντας από τον απολογισμό του προηγούμενου διαστήματος, εκτιμάται ότι η δράση της Οργάνωσης κατά την περίοδο από την V Συνδιάσκεψη και μετά – αλλά και συνολικά από την IV – πρέπει να κριθεί με βάση τρία βασικά κριτήρια: την πραγματική παρέμβαση στα κινήματα, την ποιοτική αναβάθμιση της εσωτερικής λειτουργίας και την υλοποίηση των συγκεκριμένων καθηκόντων που είχε θέσει η προηγούμενη Συνδιάσκεψη.

Η παρούσα Συνδιάσκεψη δεν περιορίζεται σε μια στενή αποτίμηση της τελευταίας περιόδου. Κάνει μια ευρύτερη επισκόπηση ολόκληρης της θητείας της Κεντρικής Επιτροπής, αξιολογώντας την από την τήρηση των καταστατικών της υποχρεώσεων, την ικανότητά της να περιφρουρήσει την Οργάνωση και την συνέπεια με την οποία προώθησε τις πολιτικές αρχές και τους στόχους μας.

Επιπλέον, η εκτενής ανασυγγραφή του Καταστατικού που γίνεται για πρώτη φορά μετά από δύο χρόνια λειτουργίας, λειτουργεί ως καταλύτης. Επιβάλλει σε όλο το δυναμικό – ιδιαίτερα σε όσους συμμετέχουν από την αρχή της Οργάνωσης ή από την Α’ Συνδιάσκεψη αυτής – να κάνουμε μια βαθιά, κριτική αναδρομή σε όλη την πορεία των ΣΚΔ. Αυτή η διαδικασία δεν ανέχεται προχειρότητα. Απαιτεί συστηματική, ολοκληρωμένη αυτοκριτική και κριτική σε όλα τα επίπεδα, από τις ΚΟΔ μέχρι την Κεντρική Επιτροπή.

Η αξιολόγηση των Οργάνων γίνεται πάντα με το ίδιο μέτρο: κατά πόσο κατάφεραν να ανταποκριθούν τόσο στις άμεσες πολιτικές εξελίξεις όσο και στον ρόλο τους ως δομών μιας συνεπούς κομμουνιστικής οργάνωσης.

Στις ΚΟΔ παρατηρήθηκε μια ορατή πρόοδος. Οι πιο τακτικές συνεδριάσεις συνέβαλαν σε ποιοτική αναβάθμιση της δράσης, ιδίως στα νεολαιίστικα στρώματα. Πάνω από το 70% του συνολικού δυναμικού προέρχεται από ηλικίες 18-29 ετών, τάση που επιβεβαιώνεται και από τον κύκλο των φίλων της Οργάνωσης. Θετικό παράδειγμα αποτέλεσε η ΚΟΔ Νεολαίας Αττικής, που προχώρησε σε κλαδικές παρεμβάσεις, όπως η ανακοίνωση για τις αλλαγές στον Κώδικα Δικηγόρων.

Ωστόσο, το μικρό μέγεθος της Οργάνωσης δημιουργεί ακόμα κενά: υπάρχουν μέλη που δεν εντάσσονται άμεσα σε Κομματική Οργάνωση Δραστηριοποίησης. Αυτό είναι δομικό πρόβλημα και η Συνδιάσκεψη οφείλει να πάρει αποφάσεις αντιμετώπισης του φαινομένου αυτού. Επίσης, οι ΚΟΔ δεν κατάφεραν να κινητοποιήσουν πλατύτερες λαϊκές δυνάμεις σε κρίσιμες συγκυρίες, όπως οι κινητοποιήσεις για τα Τέμπη ή ενάντια στην ιμπεριαλιστική εισβολή των Αμερικάνων στο Ιράν.

Η τακτικοποίηση των συνελεύσεων των ΚΟΔ δεν έχει φτάσει ακόμα το επιθυμητό επίπεδο, αλλά έχει ξεκινήσει και παράγει μετρήσιμα αποτελέσματα που χρειάζονται προσεκτική μελέτη.

Στα δευτεροβάθμια όργανα οι αδυναμίες είναι πιο εμφανείς και συνδέονται άμεσα με την περιορισμένη ανάπτυξη του δυναμικού. Εκδηλώνονται με αναβλητικότητα, υποτίμηση της οργανωμένης δράσης και έλλειψη τακτικότητας. Επιβεβαιώθηκε πλήρως η θέση ότι η πρωτοβουλία και η δράση ξεκινά από τη βάση, όχι από ενδιάμεσους μηχανισμούς. Η παράλληλη καταστατική ύπαρξη Αχτίδων και Κλαδικών Συμβουλίων επιδείνωσε το πρόβλημα.

Η Κεντρική Επιτροπή λειτούργησε ως καθοδηγητικό κέντρο και διαμόρφωσε σωστή πολιτική γραμμή, σε συνέχεια των συλλογικών αποφάσεων. Δεν κατάφερε όμως να υλοποιήσει πλήρως τους στόχους μαζικοποίησης και ποιοτικής αναβάθμισης που είχαν τεθεί. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι η μη τακτική σύγκληση συνελεύσεων και οι απουσίες μελών της από την προηγούμενη Συνδιάσκεψη. Παραμένουν επίσης κενά στη διοργάνωση των συλλογικών διαδικασιών.

Στο συνδικαλιστικό πεδίο η εικόνα είναι αρνητική. Η Δημοκρατική Τάση δεν συγκροτήθηκε ολοκληρωμένα, κυρίως λόγω στάσεων ηττοπάθειας και προεξόφλησης ότι “κανείς δεν θα ακολουθήσει τις ΣΚΔ”, οδηγώντας έτσι στην αυτοπεριθωριοποίηση. Αυτό οδήγησε την Οργάνωση να λειτουργεί ως ουρά άλλων δυνάμεων, υπηρετώντας μικροπολιτικά συμφέροντα, ιδίως σε μία άτυπη προεκλογική περίοδο όπως η σημερινή. Η Συνδιάσκεψη πρέπει να πάρει αποφάσεις ακόμα και αν αυτές συνεπάγονται πολιτικό και οργανωτικό κόστος.

Αντίθετα, η Φωνή της Αλήθειας κατάφερε να αναδειχθεί σε σταθερό σημείο αναφοράς, ενώ δημιουργήθηκε επίσης ένας σταθερός κύκλος φίλων που την προμηθεύεται τακτικά. Ο στόχος παραμένει η μετατροπή της σε πραγματικά λαϊκό βήμα, με ταυτόχρονη αύξηση της αρθρογραφίας από τα μέλη μας.

Στην αλληλεπίδραση με πλατύτερες λαϊκές μάζες σημειώθηκαν βήματα μέσω κλαδικών συσκέψεων. Το βήμα αυτό πρέπει να ενισχυθεί. Υπάρχουν ακόμα σημαντικά περιθώρια συσπείρωσης δημοκρατικών δυνάμεων σε πολιτικούς και επαγγελματικούς χώρους, χωρίς μηχανιστικές προσεγγίσεις που περιορίζουν τον κόσμο σε προκαθορισμένα «κουτάκια».

Την ίδια στιγμή, οι πρόσφατες εξελίξεις στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα – κυρίως η εισβολή στο Ιράν και ο διευρυνόμενος πόλεμος – ανοίγουν πεδία παρέμβασης σε στρώματα που πλήττονται άμεσα από τον μιλιταρισμό, ιδίως τη νεολαία. Η Συνδιάσκεψη οφείλει να διαμορφώσει συγκεκριμένες πρωτοβουλίες στην κατεύθυνση αυτή. Ταυτόχρονα, πρέπει να οικοδομήσουμε μια λαϊκή αντιφασιστική ρωγμή με ξεκάθαρο αντικαπιταλιστικό-αντιιμπεριαλιστικό στίγμα, ικανή να γεννήσει ένα μαζικό ρεύμα αντίστασης.

Στο αντιφασιστικό κίνημα το πρώτο καθήκον είναι να καθορίσουμε τον χαρακτήρα του ως πρωτίστως αντικαπιταλιστικό και αντιιμπεριαλιστικό. Η απεύθυνση δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στους ήδη συμφωνούντες· διαφορετικά κινδυνεύουμε να μείνουμε σε μικρές, κλειστές ομάδες.

Το πιο επιτακτικό ζήτημα όμως είναι ο πολιτικός απεγκλωβισμός εργαζομένων και συμμάχων από υφιστάμενους χώρους και από νοοτροπίες ατομικισμού και παθητικότητας. Πρόκειται για βαθιά κοσμοθεωρητική παρέμβαση. Η μη υλοποίηση των Πολιτικών Σχολών, παρότι το πρόγραμμα ήταν έτοιμο, αποτελεί σοβαρή αδυναμία που πρέπει να διορθωθεί άμεσα.

Παράλληλα, η εκδοτική δραστηριότητα πρέπει να συνεχιστεί και να επεκταθεί. Πέρα από τα κλασικά έργα, χρειάζονται εκδόσεις σοβιετικών στοχαστών που στοχοποιήθηκαν από το χρουστσωφικό-μπρεζνιεφικό καθεστώς, έργα διεθνών στοχαστών και πρωτότυπα κείμενα των ΣΚΔ – τόσο κριτικά όσο και δημιουργικά για την πολιτική μας πρόταση.

Αυτή είναι η ουσία της αποτίμησης που πρέπει να κάνουμε: αναγνώριση των υπαρκτών βημάτων, χωρίς ωραιοποίηση, και εντοπισμός των κενών με στόχο την άμεση διόρθωσή τους.

Συνεχίζοντας, η αξιολόγηση της πολιτικής στιγμής με επιστημονικό και τεκμηριωμένο τρόπο αποτελεί βασικό καθήκον κάθε μαρξιστή-λενινιστή. Δεν πρόκειται για μια απλή «φωτογραφία» της τρέχουσας κατάστασης. Απαιτεί διαλεκτική και υλιστική προσέγγιση: εξερεύνηση των αιτιών που οδήγησαν στη διαμόρφωση της σημερινής συγκυρίας, ώστε να μπορούμε να κάνουμε έγκυρες και έγκαιρες προβλέψεις για τις επόμενες εξελίξεις και να προσδιορίσουμε με ακρίβεια τα καθήκοντά μας.

Ο υλιστικός χαρακτήρας της ανάλυσης εξασφαλίζει τον σωστό εντοπισμό των πραγματικών κινητήριων δυνάμεων στην κοινωνία, χωρίς ιδεαλιστικά ιδεολογήματα που εξυψώνουν αφηρημένα «τις μάζες» ή «τη νεολαία» χωρίς ταξική αναφορά, ή απολυτοποιούν θεωρητικές αρχές χωρίς σύνδεση με τις συγκεκριμένες πραγματικές συνθήκες. Πρέπει να ενταθεί η διαπάλη ενάντια σε θέσεις που απορρίπτουν την έννοια του επαναστατικού υποκειμένου και προβάλλουν τον ατομικό υποκειμενικό παράγοντα ως κυρίαρχο.

Η ορθή ανάλυση απαιτεί διπλή προσέγγιση: πρώτα τις οικονομικές σχέσεις και στη συνέχεια την υπερδομή που στηρίζεται πάνω τους. Δεν χρειάζεται να επαναλάβουμε βασικές μαρξιστικές διαπιστώσεις, αλλά είναι αναγκαίο να εξετάσουμε συνολικά τις συνθήκες, εντοπίζοντας τη διεύρυνση της βασικής αντίφασης στον ιμπεριαλιστικό καπιταλισμό. Στη συνέχεια πρέπει να μελετήσουμε τη θέση των χωρών στην παγκόσμια ιμπεριαλιστική αλυσίδα, τις σχέσεις εξάρτησης και, τέλος, τους σύνθετους ιδεολογικοπολιτικούς μηχανισμούς που αναπτύσσουν οι ιμπεριαλιστές – ενώσεις, κόμματα, σύλλογοι – με στόχο να ανακόψουν την επαναστατική διέξοδο και την αντικαπιταλιστική ανατροπή.

Στο οικονομικό πεδίο, η κύρια εξέταση εστιάζει στις σχέσεις μέσα στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα και στην ιεράρχηση της βιομηχανικής παραγωγής. Στον σύγχρονο καπιταλισμό παρατηρείται εμβάθυνση των παραδοσιακών καπιταλιστικών σχέσεων: οι διάφοροι κλάδοι, ακόμα και οι ψηφιακές πλατφόρμες, εξαρτώνται ολοένα περισσότερο από την υλική βιομηχανική παραγωγή, ενώ οι ίδιες οι βιομηχανικές μονάδες συρρικνώνονται λόγω του ενδοαστικού ανταγωνισμού. Τα τεχνολογικά επιτεύγματα της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας – ιδίως η αυτονόμηση στην παραγωγή συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης και η στρατιωτική της ανάπτυξη – επιβεβαιώνουν αυτή την ανάλυση.

Παράλληλα, οι ευρωενωσιακές κυρώσεις κατά της Ρωσίας γύρισαν μπούμερανγκ. Με την εξέλιξη του πολέμου στο Ιράν και το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, οι τιμές του πετρελαίου εκτοξεύτηκαν από τις πρώτες ώρες, ενώ οι εξελίξεις που δρομολογήθηκαν με σκοπό τον έλεγχο των Στενών αποδεικνύουν την κυριαρχία της υλικής βιομηχανικής παραγωγής ως αναφαίρετο στοιχείο του καπιταλιστικού συστήματος.

Από αυτή τη βάση πηγάζουν και οι σύγχρονες πολεμικές συρράξεις. Κάθε μία έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, αλλά δεν χάνει ποτέ τα βασικά της γνωρίσματα.

Σήμερα ξεχωρίζουν δύο ενεργά μέτωπα: η Ουκρανία και η Μέση Ανατολή. Το ουκρανικό ζήτημα είναι σύνθετο. Η ρωσική εισβολή έχει ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα από οικονομικοταξικής σκοπιάς, όμως δεν μπορούμε να παραβλέψουμε δύο πραγματικότητες: πρώτον, και τα δύο κομμουνιστικά κόμματα της Ουκρανίας τάσσονται υπέρ της Ρωσίας· δεύτερον, το σημερινό καθεστώς της Ουκρανίας έχει υιοθετήσει ναζιστικές πρακτικές από το 2014, όπως μαζικούς βομβαρδισμούς αμάχων στο Ντονμπάς. Αυτά τα στοιχεία δεν αναιρούν τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα της ρωσικής επιχείρησης, αλλά υπογραμμίζουν υπαρκτά προβλήματα στην περιοχή.

Στη Μέση Ανατολή, ο πόλεμος ξεκίνησε με την ιμπεριαλιστική εισβολή των ΗΠΑ στο Ιράν. Ο στόχος ελέγχου των πετρελαϊκών πηγών αποσκοπεί στην αποκοπή των εμπορικών σχέσεων του Ιράν με την Κίνα και τη Ρωσία. Πρόκειται για μέρος του ευρύτερου ανταγωνισμού μεταξύ των δύο ιμπεριαλιστικών πόλων (Δύση – Ευρασία). Η ανάλυση αυτή δεν πρέπει να οδηγήσει σε καμία «αθώωση» του θεοκρατικού ισλαμικού καθεστώτος. Αντίθετα, πρέπει να ενισχύσει το σύνθημα: ούτε Σάχης, ούτε Θεοκρατία – πάλη για του λαού την ελευθερία. Οι κομμουνιστές του Ιράν έχουν δώσει και συνεχίζουν να δίνουν σκληρές μάχες ενάντια στην ισλαμική χούντα.

Εκτός από τα δύο ενεργά μέτωπα, υπάρχουν αρκετά «καυτά» σημεία που μπορούν να οδηγήσουν σε νέες συρράξεις: η Ταϊβάν, η Κορεατική Χερσόνησος, αλλά και η Κύπρος, όπου πρόσφατα παρατηρήθηκε αυξημένη κινητικότητα με πρόσχημα τον πόλεμο στο Ιράν.

Στην υπερδομή, δύο ζητήματα απαιτούν ιδιαίτερη προσοχή. Πρώτον, η ιδεολογική διάσταση. Σήμερα εντείνονται η θανατοπολιτική και η αντιπολιτική: μιλιταριστικά αφηγήματα περί «ευγενούς θυσίας», προσπάθεια των ΜΜΕ να συγκαλύψουν την εξάρτηση της Ελλάδας από τις ΗΠΑ πίσω από το ψευδές αφήγημα των «κοινών εχθρών», στοχοποίηση προσωπικοτήτων άλλοτε ως «εχθρών του Ισραήλ» και άλλοτε ως «υποστηρικτών του Ιράν».

Σε αυτό το κλίμα συμμετέχει ενεργά και ο ρεφορμισμός, προωθώντας την ιδέα ενιαίων εθνικών συμφερόντων για να βάλει στον πάγο την ταξική πάλη. Το ίδιο ισχύει διεθνώς, όπου επιχειρεί να λειτουργήσει ως διαιτητής σε φόρουμ και προχωρά σε σκόπιμα εσφαλμένες αναλύσεις. Χαρακτηριστική είναι η θέση του “ΚΚΕ” ότι όλες οι καπιταλιστικές χώρες είναι ιμπεριαλιστικές, βασισμένη στην ιδέα μιας «μετα-λενινιστικής» εποχής όπου οι σχέσεις εξάρτησης έχουν αντικατασταθεί από «αμοιβαία αλληλεξάρτηση». Αυτή η προσέγγιση αγνοεί τις αντικειμενικές συνθήκες κάθε χώρας. Για παράδειγμα, χαρακτηρίζει την Παλαιστίνη ως ιμπεριαλιστική ενώ μετά από 80 χρόνια σιωνιστικής κατοχής έχουν διαλυθεί σχεδόν όλες οι παραγωγικές της μονάδες.

Και εδώ αξίζει να σταθούμε σε μία πρόσφατη εξέλιξη που αφορά στην κατάσταση του ρεβιζιονισμού σήμερα, οφείλουμε να τονίσουμε την κρίση στην οποία βυθίζεται και την οποία προσπαθεί να συγκαλύψει μέσα από την παρέμβασή του στα αστικά – συστημικά ΜΜΕ. Τι εννοείται με αυτό: στις 7 Απρίλη δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα iskra μία είδηση που πέρασε “στα ψιλά”. Η είδηση αυτή ήταν ένα δελτίο τύπου που εξέδωσε μία “επιτροπή μελών και στελεχών του ΚΚΕ” στο οποίο καταγγέλεται πως “αντί να προωθούνται και να αναδεικνύονται στις καθοδηγητικές θέσεις στελέχη με βάση την πολιτική τους ωριμότητα, την ικανότητά τους στην ανάλυση και δράση, καθώς και το ιδεολογικό-πολιτικό τους κριτήριο, έχει επικρατήσει η λογική των κλειστών κλικών. Αυτές οι κλίκες στηρίζονται κυρίως σε οικογενειακές σχέσεις, προσωπικές φιλικές διασυνδέσεις και αλληλοεξυπηρετήσεις, σε βάρος της συλλογικής βούλησης και της πραγματικής πολιτικής αξίας των μελών.

Παράλληλα, η κυρίαρχη ηγεμονική ομάδα-φράξια που ελέγχει την κορυφή του Κόμματος αποσιωπά με ιδιαίτερη σκληρότητα και αυταρχισμό κάθε κριτική φωνή, κάθε διαφορετική άποψη ή πρόταση που διατυπώνεται από μέλη και στελέχη. Όσοι τολμούν να αμφισβητήσουν αυτή την κατάσταση αντιμετωπίζουν άμεσα διοικητικά και καταστατικά μέτρα”, ενώ πολλά στελέχη καθαιρέθηκαν “με αντιδημοκρατικό, παράτυπο και αυθαίρετο τρόπο από τις καθοδηγητικές θέσεις” ενώ αναφέρουν πως απειλήθηκαν “ακόμα και με διαγραφή από το Κόμμα ή με άλλες βαριές πειθαρχικές ποινές”, επειδή εξέφρασαν “πολιτικές (…) διαφωνίες μέσα στα αρμόδια κομματικά όργανα, όπως επιβάλλει άλλωστε το ίδιο το Καταστατικό.” 

Σύσσωμα τα αστικά ΜΜΕ και τα διάφορα “αριστερά” δίκτυα έθαψαν αυτήν την σημαντική είδηση και αντ’ αυτού ξεκίνησαν έναν καταιγισμό προβολής θέσεων του “ΚΚΕ” – αξίζει να αναφέρουμε ενδεικτικά ότι η Εφ.Συν. την επομένη της δημοσίευσης του Δελτίου Τύπου στο iskra αποφάσισε να παίξει τον ρόλο του Ριζοσπάστη. Πιο συγκεκριμένα, στις 8 Απριλίου, λοιπόν, η Εφ.Συν. όχι μόνο δεν δημοσίευσε την είδηση αυτή, αλλά αντίθετα δημοσίευσε 3 ειδήσεις με θέσεις και ανακοινώσεις του “ΚΚΕ” κάτι που ούτε είχε κάνει στο παρελθόν, ούτε ξαναέκανε μετά. Να σε τι έγκειται, λοιπόν, ο αντισυστημισμός του “ΚΚΕ”! Στα πρώτα “τριξίματα” στον Περισσό, τα αστικά ΜΜΕ (ιδιωτικά και κρατικά) τρέχουν να στήσουν τις σκαλωσιές μην και πέσει η βολική ηγεσία. 

Εμείς απέναντι σε τέτοια φαινόμενα πώς απαντάμε; Το ζήτημα είναι σύνθετο. Γιατί ενώ έχουμε πολιτικές διαφωνίες με το “ΚΚΕ”, δεν μπορούμε να πούμε ότι συμφωνούμε με αυτήν την “Επιτροπή Μελών και Στελεχών” γιατί πολύ απλά τα όσα θίγει στο κείμενό της δεν αμφισβητούν την πολιτική ουσία και το ουσιαστικό πολιτικό πρόβλημα του “ΚΚΕ” (λαθεμένη ανάλυση για τον ιμπεριαλισμό, ομοφοβία, αναπαραγωγή μικροαστικών θέσεων κ.α), αλλά αντίθετα μιλάει απλά για την κατανομή των “καρεκλών”. Όμως, τείνουμε χέρι φιλίας στα μέλη και στελέχη του “ΚΚΕ” αυτά, τα οποία αναγνωρίζουν την ύπαρξη συγκεκριμένων αδυναμιών και τα καλούμε να έρθουν σε πραγματική επαφή με την πολιτική μας πρόταση, να μπορέσουμε να βρούμε ένα κοινό έδαφος και να συμπορευτούμε στα πλαίσια ενός πλατιού δημοκρατικού λαϊκού μετώπου.    

Σε ό,τι αφορά άλλα στοιχεία της υπερδομής, ιδιαίτερο ζήτημα αποτελεί ο πολιτισμός. Η μαζική παραγωγή φθηνού, κενού νοήματος περιεχομένου και η προώθησή τους μέσω ΜΜΕ, ΜΚΔ και πλατφορμών όπως το TikTok προωθεί τη νοοτροπία του «σύντομου σχολίου» χωρίς ανάλυση, μειώνοντας δραστικά τον πολιτικό λόγο – ακριβώς αυτό που επιδιώκει η αστική τάξη. Η σύγχρονη μαζική κουλτούρα αποτυπώνει τη θανατοπολιτική: αποκτήνωση, υποτίμηση της ζωής των ευπαθών και εκμεταλλευόμενων στρωμάτων, προώθηση της ατομικής διεξόδου. Παράλληλα, υπονομεύει την αξία της ανθρώπινης εργασίας, παρουσιάζοντας ως «τέχνη» προϊόντα χωρίς πραγματική δημιουργική προσπάθεια. Αξίζει να θυμηθούμε ότι και η φασιστική τέχνη απέρριπτε τον ρεαλισμό υπέρ φορμαλιστικών μορφών.

Δεύτερο κρίσιμο ζήτημα της υπερδομής είναι το εκπαιδευτικό σύστημα, που λειτουργεί ως ιδεολογικό και προπαγανδιστικό εργαλείο. Σχεδιάστηκε για να πνίγει την επαναστατική κοσμοθεωρία και να εγκλωβίζει τους νέους σε μεταφυσικά και ιδεαλιστικά καλούπια, ακριβώς για να πλήξει τη διαλεκτική και υλιστική μέθοδο.

Παράλληλα, το αστικό κράτος έχει εξαπολύσει νέα επίθεση κατά των λαϊκών ελευθεριών και δικαιωμάτων στην εργασία. Στο δημόσιο, το νέο δημοσιοϋπαλληλικό δίκαιο επανεισάγει ιδιώνυμα αδικήματα, στοχεύοντας κυρίως κομμουνιστές υπαλλήλους. Το σύστημα αξιολογήσεων εντείνεται, με την κυβέρνηση να χρησιμοποιεί όλο το νομικό οπλοστάσιο. Η ανάλυση ότι πρόκειται για «ανθρωποκυνηγητό» κατά των απεργών είναι ελλιπής: οι διώξεις γίνονται με βάση νόμους που ψήφισε η σημερινή κυβέρνηση, πάνω σε πλαίσια που είχαν δημιουργήσει και οι προηγούμενες. Ο ρεφορμισμός, όταν περνούσαν τα μέτρα, έλεγε «ας περάσουν, θα μείνουν στα χαρτιά». Σήμερα οι νόμοι εφαρμόζονται πλήρως και διώκονται εκπαιδευτικοί ακόμα και για τη διατύπωση γνώμης ή τη συμμετοχή σε απεργία. Πρέπει να καταδεικνύουμε ξεκάθαρα τον ρόλο κάθε δύναμης. Η απεργία κατά των αξιολογήσεων πρέπει να συνεχιστεί με ένταση και μαζικοποίηση, αλλά να συνδυαστεί με άλλες παρεμβάσεις για την ανατροπή του νομικού πλαισίου και την αποτελεσματική πίεση στο πολιτικό προσωπικό της αστικής τάξης.

Στον ιδιωτικό τομέα οι εργαζόμενοι αντιμετωπίζουν διπλή απειλή: το νομικό οπλοστάσιο υπέρ της αστικής τάξης και ένα παράλληλο παρακρατικό δίκτυο που περιλαμβάνει πολιτικά κέντρα, παρεμβάσεις στη δικαιοσύνη και κλασική παρακρατική τρομοκρατία με λούμπεν στοιχεία. Σε αυτό το πλαίσιο εντείνεται η εκμετάλλευση και βαθαίνει το ταξικό χάσμα.

Στους κλάδους της πραγματικής αυτοαπασχόλησης, η κυβερνητική επίθεση εντείνεται. Τα μεγάλα κεφάλαια και τα αστικά στρώματα επιδιώκουν την κατάργηση της ανεξάρτητης αυτοαπασχόλησης και την μετατροπή της σε εξαρτημένη εργασία με όρους ψευδούς αυτοαπασχόλησης. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα των προτάσεων για τον νέο Κώδικα Δικηγόρων, που καθιστά ασύμφορη την άσκηση του επαγγέλματος χωρίς εξάρτηση.

Σε ό,τι αφορά το σχέδιο του νέου Καταστατικού, αυτό παρέχει σαφείς και επαρκείς κατευθύνσεις για την πρακτική λειτουργία της Οργάνωσης στην τρέχουσα φάση. Καθορίζει με ακρίβεια τη διάταξη και τον καταμερισμό των δυνάμεων, την καθημερινή οργανωτική δουλειά και τις ευθύνες κάθε οργάνου. Πέρα από αυτά τα πρακτικά ζητήματα, το Καταστατικό πρέπει να εκπληρώνει και πολιτικά καθήκοντα: να θέτει τις ελάχιστες δεσμευτικές βάσεις που θα καθοδηγούν τόσο το υπό διαμόρφωση Πρόγραμμα των ΣΚΔ όσο και τη συνολική δράση όλων των οργάνων της Οργάνωσης.

Το σχέδιο καταστατικού διέπεται από γενικές αρχές που ανήκουν στην κλασική μαρξιστική-λενινιστική παράδοση. Πρώτη και κεντρική είναι η αντίληψη της Οργάνωσης ως σημείου πολιτικής συνένωσης των πρωτοπόρων τμημάτων του προλεταριάτου. Ως τμήμα της εξωκοινοβουλευτικής κομμουνιστικής αριστεράς, οφείλουμε να προσδιορίσουμε με σαφήνεια τα ποιοτικά χαρακτηριστικά που μας διακρίνουν: την απόρριψη νοοτροπιών «μπουλουκιού» και χαώδους, ανεξέλεγκτης δράσης, αλλά και την απόρριψη κάθε υπερβολικού συγκεντρωτισμού. Η συγκρότηση και λειτουργία οργάνων δεν είναι αυτοσκοπός, παραμένει όμως βασικός στόχος, διότι μόνο μέσω αυτών εξασφαλίζεται ο έλεγχος της Οργάνωσης, ο σωστός καταμερισμός αρμοδιοτήτων και ευθυνών.

Ιστορικά, οι οργανώσεις που λειτούργησαν με χαοτικό τρόπο δεν κατάφεραν τίποτα ουσιαστικό. Ο Δημοκρατικός Συγκεντρωτισμός παραμένει το μοναδικό δοκιμασμένο και νικηφόρο σύστημα πολιτικής καθοδήγησης. Το γεγονός ότι έχει συκοφαντηθεί από τις διάφορες μεθόδους εφαρμογής του σε ρεφορμιστικούς και ρεβιζιονιστικούς χώρους δεν δικαιολογεί την απόρριψή του, αλλά επιβάλλει την ενεργή περιφρούρησή του.

Ο Δημοκρατικός Συγκεντρωτισμός πρέπει να διασφαλίζει τα δικαιώματα της μειοψηφίας και την ελεύθερη δημόσια έκφραση διαφωνιών χωρίς κυρώσεις. Ταυτόχρονα, χρειάζεται σαφής οριοθέτηση μεταξύ απλής έκφρασης διαφωνίας, συγκρότησης πλατφόρμας και φραξιονισμού. Η διαφορά είναι ποιοτική: φραξιονισμός σημαίνει δημιουργία οργανωμένης ομάδας μέσα στην Οργάνωση με δικά της όργανα και ξεχωριστή πολιτική γραμμή. Το σχέδιο νέου Καταστατικού χαρακτηρίζει σωστά τον φραξιονισμό ως διαβρωτικό φαινόμενο. Η έκφραση διαφωνιών – είτε από μεμονωμένα μέλη είτε από ομάδες μελών – πρέπει να προστατεύεται ρητά από το Καταστατικό, και η Συνδιάσκεψη οφείλει να λάβει συγκεκριμένα μέτρα για την πρακτική εφαρμογή αυτής της προστασίας.

Η ενίσχυση της αυτενέργειας, όπως προβλέπεται στο άρθρο 5 του σχεδίου, απαντά άμεσα σε πατερναλιστικές συμπεριφορές που παρατηρούνται σε άλλους πολιτικούς χώρους μέσα σε σωματεία και συλλογικότητες. Το μέλος των ΣΚΔ είναι πολιτικά χειραφετημένο: δεν χρειάζεται λεπτομερείς εντολές για να δράσει στον χώρο ευθύνης του. Ταυτόχρονα, δεσμεύεται από τις συλλογικές αποφάσεις των οργάνων και οφείλει να τις προωθεί. Ακριβώς γι’ αυτό είναι αναγκαία η πολιτική καθοδήγηση: όχι ως επιβολή συγκεκριμένης γραμμής ψήφου ή στάσης σε κάθε περίπτωση, αλλά ως παροχή γενικής πολιτικής γραμμής που ενθαρρύνει και αναπτύσσει την κριτική σκέψη του μέλους.

Η εισαγωγή βοηθητικών οργάνων, όπως τα Αχτίφ και τα Όργανα με Λαϊκή Συμμετοχή, είναι απόλυτα συμβατή τόσο με τη μαρξιστική-λενινιστική παράδοση όσο και με τις σύγχρονες ανάγκες της κομμουνιστικής αριστεράς. Τα Αχτίφ λειτουργούν ως συμβουλευτικά όργανα που βοηθούν τις ΚΟΒ στην πρακτική υλοποίηση πολιτικών αποφάσεων, εμπλέκοντας πλατύτερες μάζες χωρίς να επιτρέπουν σε εξωοργανωτικές δυνάμεις να καθορίζουν την πολιτική γραμμή της Οργάνωσης. Τα Όργανα με Λαϊκή Συμμετοχή αποτελούν έμπρακτη έκφραση δημοκρατικής λειτουργίας. Η Συνδιάσκεψη πρέπει να πάρει αποφάσεις για την αναβάθμιση και ποιοτική τους ενίσχυση.

Για τον Κομματικό Τύπο, πέρα από τις διατάξεις των άρθρων 19 και 20, η Συνδιάσκεψη οφείλει να αποφασίσει μέτρα για την ουσιαστική βελτίωση της αρθρογραφίας, την ενθάρρυνση πλατύτερων δυνάμεων να γράφουν άρθρα και ανταποκρίσεις. Τα ίδια τα μέλη των ΣΚΔ πρέπει να δίνουν το παράδειγμα με τακτική αρθρογραφία. Στην ίδια κατεύθυνση συμβάλλει η τακτικοποίηση της έκδοσης της Φωνής της Αλήθειας και η αύξηση του περιεχομένου της.

Στο ζήτημα της παρέμβασης στα κινήματα (άρθρο 21), το σχέδιο θέτει τις γενικές αρχές: αυτενέργεια χωρίς ατομική πολιτική αυθαιρεσία και πλήρης συγκρότηση της Δημοκρατικής Τάσης ως διακριτού ρεύματος σε σωματεία και συλλογικότητες. Αυτές οι αρχές εξειδικεύονται στα άρθρα 22-27 για τα Σωματεία Εργαζομένων, τους Φοιτητικούς Συλλόγους, τους Επιστημονικούς Συλλόγους και Ενώσεις Αυτοαπασχολουμένων, τα κινήματα λαϊκών ελευθεριών, το κίνημα ειρήνης και τους πολιτιστικούς συλλόγους.

Οι προτεινόμενες διορθώσεις στο άρθρο για τα Σωματεία Εργαζομένων είναι αναγκαίες, διότι το ισχύον καταστατικό αναπαρήγαγε ρεβιζιονιστική – ρεφορμιστική φρασεολογία. Η νέα διάταξη εστιάζει σωστά στην αντικαπιταλιστική στάση του ίδιου του μέλους μέσα στο σωματείο και όχι στη στάση του σωματείου ως συνόλου. Στους Φοιτητικούς Συλλόγους, καθήκον μας είναι η δημιουργία ρεύματος συνολικής αμφισβήτησης του status quo και των δυνάμεων που το στηρίζουν. Στους Επιστημονικούς Συλλόγους και τις Ενώσεις Αυτοαπασχολουμένων, η παρέμβαση προωθεί τα συμφέροντα εκείνων των επιστημόνων και αυτοαπασχολουμένων που αντικειμενικά ωφελούνται από την πολιτική πρόταση των ΣΚΔ. Πρόκειται για σημαντική υπέρβαση παλαιότερων αντιλήψεων που υποτιμούσαν τον ρόλο της επιστημονικής γνώσης και αναγνωρίζουν τη προοδευτική διανόηση ως σύμμαχο της εργατικής τάξης. Στα κινήματα λαϊκών ελευθεριών, ειρήνης και πολιτισμού, η παρέμβαση προτάσσει με συνέπεια τον αντικαπιταλιστικό χαρακτήρα που χαρακτηρίζει την ίδια την Οργάνωση.

Το προτεινόμενο σχέδιο κινείται γενικά στη σωστή κατεύθυνση και οι λεπτομέρειές του θα συζητηθούν διεξοδικά στη Συνδιάσκεψη, όπως αρμόζει σε μια οργάνωση που από την ίδρυσή της παλεύει για μια πραγματικά δημοκρατική κοινωνία. Αυτή η πάλη έχει ήδη αποτυπωθεί στις αποφάσεις της Γ’ Συνδιάσκεψης με την πρώτη νύξη για την οικοδόμηση ενός πλατιού Δημοκρατικού Λαϊκού Μετώπου.

Συντρόφισσες και σύντροφοι, κλείνοντας την ομιλία αυτή, αξίζει να τονιστεί ότι τα συμπεράσματα του απολογισμού, η επιστημονική ανάλυση της πολιτικής στιγμής και η συζήτηση γύρω από το νέο Καταστατικό δεν είναι απλώς θεωρητικές διαπιστώσεις· αποτελούν άμεσες, δεσμευτικές κατευθύνσεις για την πρακτική δουλειά του επόμενου διαστήματος.

Η Συνδιάσκεψη βρίσκεται μπροστά σε ένα σαφώς δηλωμένο κεντρικό καθήκον: να μετατρέψουμε τις Συνεπείς Κομμουνιστικές Δυνάμεις σε μια πραγματικά μαζική, πειθαρχημένη και συνεπή πολιτική δύναμη, ικανή να ηγηθεί της οικοδόμησης ενός πλατιού Δημοκρατικού Λαϊκού Μετώπου και να ανοίξει τον δρόμο για την αντικαπιταλιστική-αντιιμπεριαλιστική ανατροπή.

Κάθε απόφαση που θα λάβουμε εδώ πρέπει να μεταφραστεί άμεσα σε συγκεκριμένο σχέδιο δράσης, σε καθημερινή οργανωμένη δουλειά και σε αδιάλειπτη πολιτική πρωτοβουλία.

Με πίστη στη μαρξιστική-λενινιστική κοσμοθεωρία, με αταλάντευτη προσήλωση στην οργανωμένη δράση και με την αποφασιστικότητα να διορθώσουμε χωρίς δισταγμούς κάθε αδυναμία, καλούμε όλα τα μέλη και τους φίλους των ΣΚΔ να παλέψουν για να εμπλουτίσουμε τον διάλογο στα πλαίσια της VI Συνδιάσκεψης για την υπόθεση του εργαζόμενου λαού και της σοσιαλιστικής προοπτικής.