Αναδημοσίευση από την στήλη Κοινωνική Θεωρία, της ΦτΑ #37 (29/06/2024)

Αποτελεί «σημείο των καιρών», θα λέγαμε, η επικράτηση της «κουλτούρας της ακύρωσης», ευρύτερα γνωστή με την αγγλική της ονομασία “cancel culture”. Με το παρόν άρθρο – συμβολή θα επιχειρηθεί να καταδειχθεί η σχέση αυτής της τάσης με τα κινήματα του ιδεαλισμού και του ρομαντισμού, με τις βλέψεις της αστικής τάξης για αποπολιτικοποίηση και στην πραγματικότητα για εκφασισμό δύο ταχυτήτων.

 Αρχικά θα πρέπει να εξηγήσουμε τι είναι αυτό το ρεύμα που έχει εμφανιστεί. Σύμφωνα με τους υποστηρικτές της τακτικής αυτής, ο καλύτερος τρόπος για να υπερασπιστεί ο προοδευτικός λαός την ταυτότητά του απέναντι στις κατακριτέες πολιτικές και τακτικές του παρελθόντος, θα πρέπει να εντοπίζεται κάθε φορά ένας φορέας ενοχής (συνήθως ένα φυσικό πρόσωπο, ζωντανό ή νεκρό), να φορτώνονται σε αυτόν τον φορέα όλες οι ευθύνες και στην συνέχεια να του γίνεται «ακύρωση», δηλαδή να μην απεικονίζεται πουθενά δημόσια, να εξαλείφεται ακόμα και η όποια θετική αναφορά στο πρόσωπό του, να αποσύρονται συγγράμματά του κλπ.

 Ουσιαστικά, πρόκειται για μία εφαρμογή του Οργουελιανού μοντέλου των «μη-προσώπων», κατά το οποίο οι αντιφρονούντες με το ολοκληρωτικό καθεστώς του «Μεγάλου Αδελφού» χαρακτηρίζονταν ως «μη-πρόσωπα» και διαγραφόταν κάθε δημόσια αναφορά στο πρόσωπό τους.

  Ήδη μπορούμε να διακρίνουμε πολλές προβληματικές στο εν λόγω κίνημα, με την πρώτη (αλλά όχι βασικότερη) να είναι ο κίνδυνος «μαζί με τα ξερά να καούν και τα χλωρά». Αυτός όμως ο κίνδυνος μπορεί  να εντοπιστεί σε κάθε κίνημα που θέτει κάποια μερίδα απέναντί του, επομένως μπορεί να θεωρηθεί εν μέρει αποδεκτός. Μία από τις βασικές προβληματικές που μπορεί να τεθεί κοινωνιολογικά είναι ο κίνδυνος εξαφάνισης χρήσιμων ή και αναγκαίων κοινωνιολογικών στοιχείων, στο όνομα ενός υποτιθέμενου «κοινωνικού εξορθολογισμού». Υπάρχει όμως μία πιο θεμελιώδης προβληματική, που δεν αφορά στους κινδύνους, αλλά στην φύση και στο περιεχόμενο του εν λόγω «κινήματος». Μέσα απ’ τις αλλεπάλληλες «ακυρώσεις», τι τελικά θα μείνει; Η απάντηση δεν είναι «τίποτα», γιατί το τίποτα δεν μπορεί να υπάρξει (τουλάχιστον στο κοινωνιολογικό επίπεδο). Στην πραγματικότητα, η «κουλτούρα της ακύρωσης» στοχεύει στο να απαλειφθεί οποιαδήποτε αρνητική διάσταση μίας συγκεκριμένης ιστορικής περιόδου, και κυρίως της σημερινής. Συνιστά ένα χρήσιμο εργαλείο στα χέρια της Αστικής Τάξης, καθώς είναι το πρώτο βήμα για την διάπλαση των συλλογικών αφηγήσεων που είναι αναγκαίες για την αναπαραγωγή του status quo με νέα κέντρα ταυτοτικής βαρύτητας: παλαιότερα ήταν το έθνος, σήμερα βρισκόμαστε σε μία περίοδο αναδιαπραγμάτευσης του πρωτεύοντος ταυτοτικού στοιχείου. Εδώ ακριβώς αναδεικνύεται και η χρησιμότητα για την αστική τάξη του ναζιστή θεωρητικού Μ. Χάιντεγκερ, ο οποίος και υποστήριζε ότι η ταυτότητα του ανθρώπου καθορίζεται από το πλέγμα των συλλογικών αφηγήσεων εντός του οποίου και μεγαλώνει και αναπτύσσεται, και ότι ο άνθρωπος μπορεί να «μεταπηδήσει» σε ένα άλλο πλέγμα. Είναι αστείο – θα έλεγε κανείς – ότι οι υποστηρικτές του Χαϊντεγκεριανού ρεύματος σε αυτές τις αναλύσεις βρίσκονται στον λεγόμενο «προοδευτικό χώρο», τον χώρο που (ω, τι σύμπτωση!) υπερασπίζεται σθεναρά και προάγει την προαναφερθείσα «κουλτούρα της ακύρωσης». Γιατί αυτό; Γιατί, πάρα πολύ απλά, πρέπει το σύστημα να διασφαλίζει ότι το κάθε «πλέγμα συλλογικών αφηγήσεων» θα είναι καθαρό από ενοχικές αντιλήψεις από τον λαό, ώστε να αποκτά την απαιτούμενη ιδεολογική, πολιτική και ηθική νομιμοποίηση το πάντα σάπιο, μα πάντα πιο «καλογυαλισμένο» εποικοδόμημα. Εκεί στοχεύει αυτό το νέο δημιούργημα της Αστικής Τάξης.

 Πρόκειται, όμως, και για έναν θεωρητικά «τέλειο» μηχανισμό καταστολής (φυσικά φαντάζει «τέλειο» αν αγνοηθεί ο ανθρώπινος παράγοντας). Αυτήν την φορά, η λογοκρισία δεν είναι αντικείμενο της διάδρασης μεταξύ κράτους και πολίτη (με την κρατική επιβολή), αλλά αντίθετα, είναι προϊόν της επιθετικής διάδρασης μεταξύ των πολιτών των ίδιων. Έτσι, το πρόβλημα δεν εντοπίζεται κατά την ανάλυση αυτή στην αστική τάξη, αλλά στον μέσο εργαζόμενο άνθρωπο που λέει κάτι με το οποίο εμείς διαφωνούμε.

Άλλες προβληματικές

Το επόμενο πρόβλημα που εντοπίζεται – και δεν είναι μικρό – είναι αυτό της εσφαλμένης μεθόδου κοινωνιολογικής ερμηνείας από τους οπαδούς αυτής της τάσης. Για παράδειγμα, πρόσφατα άνοιξε σχετική συζήτηση για το έργο του Μ. Καραγάτση «Η Μεγάλη Χίμαιρα», καθώς σύμφωνα με κάποιους δημοσιογράφους, η απεικόνιση σκηνών κακοποίησης γυναικών δηλώνει στήριξη σε τέτοιες συμπεριφορές. Αυτή η θεωρία είναι ξεκάθαρα λαθεμένη. Η αποτύπωση μίας στιγμής της σύγχρονης – για τον συγγραφέα – πραγματικότητας, δεν σημαίνει ότι ο συγγραφέας συμφωνεί ή και αποδέχεται το υπό εξέταση κοινωνικό φαινόμενο, αλλά αντίθετα μπορεί να μαρτυρά ακόμα και καταδίκη. Άλλωστε, αυτές οι αιτιάσεις δεν απαντάνε σε ένα βασικό ερώτημα που προκύπτει: έστω ότι ακυρώνουμε τον Καραγάτση, αυτό αλλάζει ότι στο διάστημα 1/1/2010-1/4/2024 είχαμε 179 γυναικοκτονίες στην Ελλάδα; Ή μήπως θα σταματήσουν οι γυναικοκτονίες αφού ακυρώσουμε τον Καραγάτση; Ή μήπως (και αυτό είναι πιθανότερο) ψάχνουμε έναν τρόπο να βάλουμε το πρόβλημα κάτω απ’ το χαλί λέγοντας ότι «παίρνουμε μέτρα» μόνο και μόνο για να μην καλλιεργηθεί μία γενική ενοχική αντίληψη στην κοινωνία, και καλλιεργούμε το παραμύθι «κάνουμε ό,τι μπορούμε»; Έτσι για παράδειγμα, οι Αμερικάνοι δεν χρειάζεται να νιώθουν ενοχές για τα όσα χρόνια υπήρχε η δουλοκτησία και ο φυλετικός διαχωρισμός, αφού γκρέμισαν το άγαλμα του Κολόμβου.  Τέτοια ψευδή μέτρα, στην πραγματικότητα, λοιπόν, όχι μόνο δεν συμβάλλουν στην ανατροπή του status quo, αλλά αντίθετα βοηθάνε την κυρίαρχη τάξη να διαμορφώσει την αναγκαία συνθήκη στον συλλογικό υποκειμενικό παράγοντα, με τέτοιο τρόπο ώστε να διασφαλιστεί η κυριαρχία του υπάρχοντος μέσα από πολλαπλές νομιμοποιήσεις.

Discover more from Η Φωνή της Αλήθειας

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading