Στις 25 Οκτώβρη του ’26, οι Κομματικές Οργανώσεις Βάσης που απαρτίζουν το Αχτιδικό Συμβούλιο Αττικής πραγματοποίησαν πλατύ Αχτίφ με ιδιαίτερη επιτυχία και μαζική συμμετοχή. Η επιτυχία του Αχτίφ δεν έγκειται τόσο στο αριθμητικό κριτήριο της συμμετοχής, αλλά στην ποιοτική διάσταση η οποία και καταμαρτυρούσε τις ουσιαστικές αλλαγές που εισήγαγε η 6η Συνδιάσκεψη στον τρόπο δράσης μας. Συγκεκριμένα, οι προσκεκλημένοι εξέθεσαν συντεταγμένα τις απόψεις και τις θέσεις τους, αφού πρώτα εκφωνήθηκε εισήγηση εκ μέρους του Αχτιδικού Συμβουλίου Αττικής.

Στην εισήγηση τονίστηκε μεταξύ άλλων ότι «καλούμαστε να κάνουμε έναν απολογισμό της δράσης μας, αλλά και να ακούσουμε ιδέες για το επόμενο διάστημα, τόσο από τα μέλη μας όσο και από πλατύτερους συναγωνιστές». Παραπέρα, έγινε μία εκτενής αναδρομή στην ιστορία της Οργάνωσής μας, όπου εκτέθηκαν και οι κατακτήσεις μας, αλλά και τα λάθη μας. Έπειτα, αναφέρθηκε η αξία των επεξεργασιών της 6ης Συνδιάσκεψης και στην συνέχεια παρουσιάστηκαν προς συζήτηση οι θέσεις μας για το ζήτημα του Δημοκρατικού Λαϊκού Μετώπου. Συγκεκριμένα αναφέρθηκε ότι «Σε ότι αφορά το Δημοκρατικό Λαϊκό Μέτωπο, μπαίνει ένα ερώτημα. Ποιο είναι αυτό το Μέτωπο; Σε επίπεδο στρατηγικού στόχου θέτει τη Λαϊκή Δημοκρατική Εξουσία. Σε επίπεδο τακτικής παλεύει για την υπεράσπιση κεκτημένων δικαιωμάτων και όποτε είναι εφικτό απόσπαση επιμέρους κατακτήσεων για τον εργαζόμενο λαό και τα σύμμαχα με αυτόν κοινωνικά στρώματα. Συγκροτείται τόσο στη βάση της κοινωνίας, δηλαδή σε συνδικαλιστικές οργανώσεις, παρατάξεις, πολιτισμικές ομάδες και συλλόγους, όσο και σε επίπεδο «κορυφών», δηλαδή ανάμεσα σε πολιτικές οργανώσεις.

Είναι Δημοκρατικό στον στρατηγικό του στόχο, γιατί υπηρετεί το ύψιστο δημοκρατικό καθήκον: την ικανότητα του λαού της χώρας να καθορίζει τις πολιτικές διακυβέρνησής του χωρίς ξένες παρεμβάσεις. Και είναι Λαϊκό στο περιεχόμενο, γιατί συγκροτείται από πλατιές λαϊκές δυνάμεις που καταλήγουν σε κοινά συμπεράσματα με την κοινή του γραμμή. Στο Μέτωπο αυτό χωρούν όλοι όσοι αναγνωρίζουν τους παραπάνω στρατηγικούς στόχους ως κύριους, ακόμη και αν δεν θέτουν το ζήτημα του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της κοινωνίας.

Ο ρόλος των ΣΚΔ δεν είναι να επιβάλουν την καθοδηγητική τους θέση, αλλά να την κατακτήσουν ως εκφραστές της εργατικής-λαϊκής πρωτοπορίας. Ο σεχταρισμός είναι αντίθετος προς τη γραμμή μας. Υπάρχουν όμως δυνάμεις που δεν μπορούν αντικειμενικά να συμπορευθούν μαζί μας. Οι ναζί-φασίστες, για παράδειγμα, δεν συμπορεύονται σε καμία περίπτωση με το Μέτωπο, όχι μόνο γιατί δεν αποδέχονται τον δημοκρατικό χαρακτήρα της κοινωνίας που επιδιώκουμε, αλλά γιατί με την ιδεολογική τους ζύμωση επιδιώκουν να διχάσουν την εργατική τάξη και τα σύμμαχα στρώματα, και στην κρίσιμη στιγμή στέκονται απέναντι στον εργαζόμενο λαό. Το κριτήριο, δηλαδή, είναι αντικειμενικό και όχι θέμα ονομάτων ή προσωπικών προτιμήσεων.

Το Μέτωπο αυτό εντάσσεται στην παράδοση του ιστορικού Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας (της περιόδου 1918-1956) και βρίσκεται στον αντίποδα όσων δηλώνουν «λέμε όχι σε όλα τα μέτωπα». Δεν αντικαθιστά όμως την Οργάνωση. Μόνο με οργάνωση που λειτουργεί πλήρως, σε όποιες συνθήκες, θα μπορέσουμε να οικοδομήσουμε το επιζητούμενο μέτωπο. Ο χαρακτήρας της επανάστασης στην Ελλάδα θα είναι λαϊκοδημοκρατικός και αντι-ιμπεριαλιστικός, και με τη βοήθεια των κομμουνιστών θα πρέπει να λάβει σοσιαλιστική στόχευση. Γι’ αυτό καθήκον των κομμουνιστών ορίζεται και η ανάπτυξη του υποκειμενικού παράγοντα».

Σε ό,τι αφορά τις προκλήσεις του επόμενου διαστήματος, η εισήγηση εκτίμησε ότι «Το πρώτο χαρακτηριστικό είναι η ένταση του εκφασισμού της κοινωνικής και πολιτικής ζωής, στον οποίο μετέχουν τόσο οι κυβερνητικές όσο και πολλές «αντιπολιτευόμενες» δυνάμεις. Εκφράζεται με την προώθηση νεοφασιστικών μορφωμάτων, όπως το έκτρωμα Κασιδιάρη, αλλά και με την υιοθέτηση και κανονικοποίηση πρακτικών φασιστικών ταγμάτων, όπως από την ΑΡΑΣ, ή συναφών ιδεολογικών θέσεων. Ο μηχανισμός σχετικά απλός: το πολιτικό επιχείρημα υποκαθίσταται από τον πολιτικοφανή τραμπουκισμό, η καθημερινή συζήτηση αποπολιτικοποιείται και το συναισθηματικό ανεβαίνει σε πρωτεύον στοιχείο της αντιπαράθεσης. Σε αυτό το περιβάλλον καλλιεργείται και η νοοτροπία ότι η δράση δεν πρέπει να είναι οργανωμένη, αλλά «αυθόρμητη», ώστε να μην υπάρχει έλεγχος στα κέντρα λήψης αποφάσεων και να επικρατεί το «η κεφαλή διατάσσει και εμείς ακολουθούμε». Γι’ αυτό το «μπουλούκι» δεν είναι αντίβαρο στη γραφειοκρατία: είναι φύσει εχθρικό προς την δημοκρατία.

Το δεύτερο χαρακτηριστικό είναι η ένταση της αμερικανικής και ευρωενωσιακής επιθετικότητας, ειδικά στα εδάφη της Ουκρανίας ενάντια στη Ρωσική Ομοσπονδία. Είναι δεδομένο ότι οι Βρυξέλλες πίεσαν την Ουκρανία να ζητήσει την εκεχειρία των 60 ημερών ώστε να την επανεξοπλίσουν, και δεν αγνοούμε ότι υπάρχουν σημαντικές ευθύνες και από τη ρωσική πλευρά: άλλωστε, η 6η Συνδιάσκεψη εκτίμησε ότι η Ρωσική Ομοσπονδία, μέσα από την Ειδική Στρατιωτική Επιχείρηση του 2022, εξυπηρετεί τα δικά της συμφέροντα. Το βασικό μας καθήκον είναι διπλό: να καταδεικνύουμε ότι τέτοια φαινόμενα θα εξαλειφθούν μόνο με το τσάκισμα του ιμπεριαλισμού, και να αναδεικνύουμε τα εγκλήματα του ιμπεριαλιστικού πόλου στον οποίο έχει συρθεί ο λαός μας μέσα από την εξάρτηση της χώρας. Για τα ζητήματα της Ρωσίας θα πρέπει να περιμένουμε να «κάτσει η σκόνη» και να έχουμε καθαρή ενημέρωση από την πλευρά του ρωσικού εργαζόμενου λαού.

Στη Μέση Ανατολή, οι μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις ενισχύουν τον σιωνισμό ως ιδεολογία που δικαιολογεί ένα «εθνικό κράτος του Ισραήλ» με αμιγώς «ισραηλινά» χαρακτηριστικά. Ας έχουμε κάτι ξεκάθαρο – η όποια επίκληση του δικαιώματος ενός λαού στην αυτοδιάθεση δεν μπορεί να δικαιολογεί γενοκτονίες ή αναγκαστικούς εκτοπισμούς, που αποτελούν εγκλήματα πολέμου. Η πάγια θέση των ΣΚΔ, όπως αποτυπώθηκε και στην Α΄ Συνδιάσκεψη μας, μιλά για ενιαίο πολυκοινοτικό κράτος που θα εξασφαλίζει τα δικαιώματα όλων των πληθυσμών, ανεξαρτήτως εθνοτικής καταγωγής ή θρησκευτικών πεποιθήσεων. Για να γίνει αυτό εφικτό, πρέπει να ανατραπούν τόσο τα ιδεολογήματα του σιωνιστικού ρεύματος όσο και αυτά των θεοκρατικών καθεστώτων και των δορυφόρων τους, χωρίς να παραβλέπεται η ιμπεριαλιστική παρέμβαση.

Το τρίτο χαρακτηριστικό είναι η μεγάλη κοινωνική δυσαρέσκεια, που είδαμε να εκρήγνυται πρόσφατα σε Γαλλία, Ισπανία, Αλβανία και αλλού. Η ΚΕ εξέδωσε την εβδομάδα που πέρασε μήνυμα γι’ αυτές τις κινητοποιήσεις και τα διδάγματά τους, οπότε δεν θα το αναπτύξουμε εδώ. Αυτό που κρατάμε είναι ότι «με τον λαό εξεγερμένο, έτσι κινείται η ιστορία». Στη χώρα μας, όμως, η λαϊκή οργή εκτονώνεται συχνά με ξεσπάσματα θολού αντισυστημισμού, χωρίς να αμφισβητείται πραγματικά η κυρίαρχη τάξη πραγμάτων, και ενισχύονται φωνές που ασκούν καταγγελτική ρητορική χωρίς σαφή πολιτική πρόταση. Μας απασχολεί και η διαμόρφωση νέων πολιτικών κινήσεων. Τα κριτήρια αξιολόγησης της κάθε πολιτικής κίνησης δεν αφορούν το όνομα ή τη ρητορική τους, αλλά δύο ουσιαστικά ερωτήματα: εφαρμόζουν δημοκρατικές διαδικασίες στο εσωτερικό τους; Αμφισβητούν πραγματικά την εξάρτηση ή υπόσχονται απλώς έναν «αλλιώτικο» καπιταλισμό;

Το τέταρτο χαρακτηριστικό είναι ότι το εργατικό κίνημα βρίσκεται σε αρνητική φάση. Η συσπείρωση σε σωματεία και φοιτητικούς συλλόγους είναι αποδυναμωμένη και η πλειοψηφία των εργαζομένων δεν συνδικαλίζεται. Είναι ηγεμονική η αστική ηθική που προτάσσει την «τιμιότητα» του εργαζομένου απέναντι στον εργοδότη, χωρίς να απασχολείται με την παραβίαση των ίδιων όρων «δικαίου» από τον εργοδότη. Η πλειοψηφία των σωματείων κρατά στάση αντικειμενικά αντίθετη στα συμφέροντα των εργαζομένων: ως σφραγίδα κοινωνικού διαλόγου, ως φτηνό προεκλογικό υλικό ή μέσω διασπαστικών σωματείων. Και τεράστιο αρνητικό ρόλο διαδραματίζει η αντίληψη περί «κακού θεσμικού συνδικαλισμού» που διακινείται από μερίδα της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, γιατί εκχωρεί τα σωματεία στον ρεφορμισμό και στις αστικές δυνάμεις».

Στις τοποθετήσεις που ακολούθησαν αναδείχτηκε η ανάγκη πλατιάς ιδεολογικής κατάρτισης. Για παράδειγμα, συναγωνιστής από την περιοχή της Αθήνας ανέφερε «περισσότερο με προβληματίζει αυτός που έχει ένα βιβλίο που δεν έχει διαβάσει ποτέ και το έχει σαν ευαγγέλιο παρά ο διανοούμενος που μελετά».

Ο γραμματέας της ΚΟΒ Χαραυγής – Δραπετσώνας, στην δική του τοποθέτηση τόνισε ότι «Στις 25 Οκτώβρη του ’23, λοιπόν, ο λαός μας απέκτησε ένα ακόμη όπλο στην φαρέτρα του – τις επιστημονικά επεξεργασμένες θέσεις των Συνεπών Κομμουνιστικών Δυνάμεων. Ας μου επιτραπεί εδώ μια σύντομη παρένθεση: όταν λέμε “επιστημονικά επεξεργασμένες θέσεις”, “επιστημονικότητα”, “επιστήμη” κλπ δεν τρέφουμε κανενός είδους λαγνεία για τον αστικό ακαδημαϊσμό – ο οποίος είναι γεμάτος από ιδεαλιστικές ανοησίες. Εμείς βάζουμε το ζήτημα της επιστημονικότητας όπως περιγράφεται από τον Ι.Β. Στάλιν στον “Διαλεκτικό και Ιστορικό Υλισμό”, δηλαδή η πεποίθηση ότι “το κόμμα του προλεταριάτου δεν πρέπει να καθοδηγείται στην πρακτική του δράση από τυχαία κίνητρα, αλλά από τους νόμους ανάπτυξης της κοινωνίας και από τα πρακτικά συμπεράσματα που απορρέουν από αυτούς τους νόμους” και “ο δεσμός ανάμεσα στην επιστήμη και την πρακτική δράση, ανάμεσα στην θεωρία και την πράξη, η ενότητά τους, πρέπει να αποτελεί τον καθοδηγητικό αστέρα του κόμματος του προλεταριάτου” (Ι. Β. Στάλιν, “Διαλεκτικός και Ιστορικός Υλισμός”, Εκδοτικό της ΚΕ των ΣΚΔ, σελ. 17) και για αυτόν τον λόγο άλλωστε αφιερώσαμε ένα εκτενές τμήμα της Πολιτικής Απόφασης της 6ης Συνδιάσκεψής μας στο ζήτημα των φυσικών και κοινωνικών επιστημών (βλ. ενδεικτικά Πολιτική Απόφαση της 6ης Συνδιάσκεψης των Συνεπών Κομμουνιστικών Δυνάμεων, Κεφ. 1ο §4, σ. 3). Η Οργάνωσή μας ξεκαθάρισε ευθύς εξ αρχής ότι δεν φοβάται τον διάλογο ούτε με εξωτερικές δυνάμεις, αλλά ούτε και μέσα στις γραμμές μας», ενώ παρακάτω τονίστηκε ότι «δεν πρέπει να επαναπαυόμαστε ποτέ ως προς το επίπεδό μας στην μαρξιστική – λενινιστική κατάρτιση. Όμως, θα ήταν λαθεμένο να μέναμε μόνο σε αυτό – αφού στο σήμερα (…) η πρωτοπορία έχει διαλυθεί και μέσα απ’ τις γραμμές μας επιχειρούμε να την ανασυγκροτήσουμε. Σημαίνει, ακόμα λοιπόν, ότι το μέλος των ΣΚΔ, ο πρωτοπόρος λαϊκός αγωνιστής (γενικά, ακόμα και αυτός που είναι εκτός των γραμμών μας) θα πρέπει να μπορεί να παρακολουθεί την εξέλιξη των επιστημονικών αναλύσεων και να τις προσεγγίζει με ανεπτυγμένο διαλεκτικοϋλιστικό κριτήριο, να βλέπει αφενός την κίνηση, την εξέλιξη των θεωριών και των γνώσεων, και αφετέρου να εντοπίζει κυοφορούμενα ιδεαλιστικά ρεύματα και ψήγματα». Παρακάτω εκτέθηκε το ζήτημα της έμπρακτης στήριξης των μικρών επιχειρήσεων. Εν συνεχεία, έγινε αναφορά στο ζήτημα του Λαϊκού Πατριωτισμού, λέγοντας ότι «ο Λαϊκός Πατριωτισμός (…) προωθεί την θέση ότι κάθε εργαζόμενος λαός πρέπει να είναι κύριος στον τόπο του». Σε επόμενο θέμα, σχετικά με την διαλεκτικοϋλιστική ζύμωση της Οργάνωσης αναφέρθηκε ότι «πρέπει να κηρυχθεί μία μάχη κατά των λούμπεν νοοτροπιών που προσπαθούν να επιβληθούν  στην κοινωνία μέσα από «τέχνες» και άλλες οδούς. Αλλά αυτή η μάχη δεν μπορεί να είναι μια ΣΚΔίτικη μάχη, μα αντίθετα μία πλατιά πρωτοβουλία δημοκρατικής – λαϊκής πολιτιστικής αντίστασης που θα λάβει διάφορα χαρακτηριστικά». Τέλος, ξεκαθαρίστηκε ότι «δεν θα συμβάλλουμε στον κατακερματισμό των κινημάτων, αλλά δεν μπορούμε να δίνουμε λευκή επιταγή στον καθένα – όσο και αν τον εκτιμάμε ή οτιδήποτε άλλο».

Στην συνέχεια τέθηκε προς ψήφιση το Ψήφισμα του Ειδικού Αχτίφ το οποίο αναφέρει «Το Αχτίφ που συγκάλεσαν οι Κομματικές Οργανώσεις Βάσης του Αχτιδικού Συμβουλίου Αττικής των Συνεπών Κομμουνιστικών Δυνάμεων, προτείνει στην Οργάνωση τα παρακάτω:

1. Ενίσχυση της κοσμοθεωρητικής – πολιτικής παρέμβασης της Οργάνωσης σύμφωνα με το περιεχόμενο της Πλατφόρμας για τον Νέο Οκτώβρη που δημοσιεύτηκε στην Φωνή της Αλήθειας №57.

2. Άμεση συγκρότηση της Δημοκρατικής Τάσης στα Σωματεία, τους Συλλόγους και τις Συλλογικότητες με πραγματοποίηση κλαδικών συνελεύσεων και διακλαδικής συνέλευσης.

3. Συγκρότηση πρωτοβουλίας για την ειρήνη.

4. Συγκρότηση Συλλόγου για την μελέτη της Κοινωνικής και Πολιτικής Θεωρίας.

5. Άμεσος σχηματισμός Πολιτικών Σχολών».

«Βλέπουμε την χειραφέτηση ως μέρος του στρατηγικού στόχου και μάλιστα ως τόσο ζωτικό και αφετηριακό που κρίνουμε ως αδύνατο να μην ενυπάρχει ψήγμα αυτού του στρατηγικού στόχου στην τακτική»

Από τις τοποθετήσεις στο Αχτίφ

Το ψήφισμα εγκρίθηκε ομόφωνα στο Αχτίφ και θα προωθηθεί στα Όργανα των Συνεπών Κομμουνιστικών Δυνάμεων για να εξειδικευτούν τα πρακτικά μέτρα για την υλοποίηση των προτάσεων. Διαδικασίες όπως η παραπάνω, επιβεβαιώνουν την θέση που εκτέθηκε και στο ίδιο το Αχτίφ ότι «Βλέπουμε την χειραφέτηση ως μέρος του στρατηγικού στόχου και μάλιστα ως τόσο ζωτικό και αφετηριακό που κρίνουμε ως αδύνατο να μην ενυπάρχει ψήγμα αυτού του στρατηγικού στόχου στην τακτική», καταδεικνύουν δηλαδή την δημοκρατική διάσταση της λειτουργίας της Οργάνωσής μας. Σκοπός είναι στο επόμενο διάστημα, να γίνουν περισσότερα Αχτίφ, περισσότερες δράσεις, περισσότερες πρωτοβουλίες, ώστε να κινητοποιηθούν και οι πλατύτερες λαϊκές δυνάμεις.

Η Οργάνωσή μας έχει ξεκαθαρίσει ότι δεν φοβάται τον διάλογο, αντίθετα πιστεύουμε ότι μέσα από αυτόν μπορούμε να βρούμε κοινά σημεία και να συμπορευτούμε με πλατύτερες δυνάμεις. Και όπως ειπώθηκε και στο Αχτίφ «Τα τρία πρώτα χρόνια, ας είναι μόνο η αρχή». Αυτό είναι ένα από τα στοιχήματα που έχουν να κερδίσουν οι ΣΚΔ.