Συχνά διαβάζουμε αναλύσεις επί αναλύσεων και εκτενή άρθρα και αναφορές σχετικά με το ζήτημα των διώξεων για συνδικαλιστική δράση. Είναι γεγονός ότι αυτή η πρακτική δεν είναι κάτι καινούργιο. Στον ιδιωτικό τομέα για παράδειγμα αποτελεί συνηθισμένη πρακτική εδώ και δεκαετίες να διώκονται αγωνιστές μόνο και μόνο για την συνδικαλιστική τους δράση, για την παρακίνηση σε συμμετοχή σε απεργίες, για το γεγονός ότι «χάλαγαν την σούπα» σε εργοδότες και εργατοπατέρες. Βέβαια, αξίζει να σημειωθεί ότι πρόσφατα είδαμε να εισάγεται αυτή η πρακτική και στο δημόσιο, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τα όσα γίνονται στον χώρο της εκπαίδευσης τα οποία και είναι γνωστά, οπότε δεν είναι αναγκαίο να αναλυθούν εδώ.
Αυτό, όμως, που είναι αναγκαίο είναι να συζητήσει κανείς ειλικρινά για το ζήτημα των συνδικαλιστικών διώξεων. Τι εννοείται με αυτό; Εννοείται ότι είναι αναγκαίο να εντοπίσουμε το τι σηματοδοτεί αυτή η διαρκής πρακτική, αυτή η βιομηχανικής κλίμακας «παραγωγή» διώξεων κατά πρωτοπόρων αγωνιστών.
Στην πραγματικότητα, αυτή η βιομηχανία διώξεων που ξεκινά από τον κλάδο της δημόσιας εκπαίδευσης πρόκειται να επεκταθεί. Η επέκταση αυτή αναμένεται να γίνει με όχημα το νέο δημοσιοϋπαλληλικό δίκαιο, το οποίο και εμπεριέχει πολλές διατάξεις με αντικειμενικό και αποκλειστικό σκοπό τον περιορισμό της συνδικαλιστικής δράσης και στον ιδιωτικό τομέα. Παράλληλα, αξίζει να σημειωθεί ότι παρά το γεγονός ότι η μεγάλη πλειοψηφία των εργαζομένων δεν συνδικαλίζεται, βλέπουμε μία σημαντική άνοδο στην συμμετοχή σε «από τα κάτω» οργανωμένα σχήματα βάσης, τα οποία όμως στην πλειοψηφία των περιπτώσεων δεν έχουν κάποιο θεσμικό ρόλο και κατ’ επέκταση δεν είναι ικανά να επιβάλουν κατακτήσεις σε όφελος του εργατικού κινήματος. Ακόμη, συχνά σε αυτούς τους χώρους παρεμβαίνουν δυνάμεις με βερμπαλιστικές διακηρύξεις, που διεκδικούν την ικανοποίηση αιτημάτων που άλλοτε είναι άσχετα με το αντικείμενο του κλάδου ή σε άλλες περιπτώσεις είναι εντελώς ανεδαφικά.
Παράλληλα, πρέπει να εξετάζει κανείς και την στάση των δυνάμεων του εργοδοτικού και ρεφορμιστικού – ρεβιζιονιστικού συνδικαλισμού. Γιατί αυτό; Γιατί έτσι απαντάμε στο ζήτημα του τι προσπαθούν οι κυβερνήσεις και η Αστική Τάξη να πετύχουν συνολικά. Βλέπουν ότι υπάρχει μία σημαντική κινητικότητα στην βάση, στα εργαζόμενα- λαϊκά στρώματα, και προσπαθούν να την καταστείλουν, να προλάβουν καταστάσεις, βάζοντας και τους δικούς τους στο εργατικό κίνημα. Για αυτούς, το να πετύχουν κάτι τέτοιο για αυτούς είναι ζωτικό θέμα: εάν το πετύχουν θα μπορούν να προβάλλουν διαρκώς το επιχείρημα ότι δεν υπάρχει καμία κοινωνική αντίδραση απέναντι στην αντιλαϊκή πολιτική τους. Εάν, όμως δεν το πετύχουν, θα τους είναι πολύ δυσκολότερο (αλλά όχι αδύνατο) να συγκρατήσουν το τεράστιο ποτάμι της λαϊκής οργής.




