Αναδημοσίευση από την ΦτΑ №59

Ο Έβαλντ Β. Ιλιένκοφ, όπως και πολλοί άλλοι σοβιετικοί θεωρητικοί, είχε αφιερώσει ένα σημαντικό μέρος του έργου και της ζωής του στην διαπάλη κατά του ιδεαλισμού. Αυτό που κάνει το έργο του Ιλιένκοφ να ξεχωρίζει είναι πρώτον το ιστορικό πλαίσιο στο οποίο αυτή η διαμάχη ξεδιπλώθηκε και δεύτερον η διαχρονικότητα του έργου αυτού. Με το έργο του Ιλιένκοφ έχουμε ασχοληθεί στο παρελθόν (ΦτΑ 44, 14/02/26, «Μελετώντας το έργο του Ε. Β. Ιλιένκοφ σήμερα» διαθέσιμο και στην ψηφιακή έκδοση της ΦτΑ). Για τον λόγο αυτό, δεν θα επεκταθούμε σε μια γενική μελέτη του έργου του Ιλιένκοφ, αλλά αντίθετα θα εστιάσουμε στην διαχρονικότητα διδαγμάτων που απορρέουν από την μελέτη του βιβλίου του «Η Λενινιστική Διαλεκτική και η Μεταφυσική του Θετικισμού».

Το βιβλίο γράφτηκε το 1979 με αφορμή το «Υλισμός και Εμπειριοκριτικισμός» του Λένιν, και η επιλογή αυτή δεν είναι τυχαία. Ο Ιλιένκοφ δεν επιχειρεί ιστορική αναδρομή στην πολεμική του 1908. Θέλει να δείξει ότι ο εμπειριοκριτικισμός δεν ήταν επεισόδιο της ρωσικής φιλοσοφίας των αρχών του αιώνα, αλλά μια σταθερή τάση της αστικής σκέψης, που ανανεώνει το περιτύλιγμά της σε κάθε εποχή. Ο νεοθετικισμός, η αναλυτική φιλοσοφία και η «κριτική ορθολογιστική» σχολή του Πόπερ είναι για ένα τέτοιο σύστημα σκέψης οι διάδοχοι του Μαχ και του Αβεναρίους. Αλλάζει το λεξιλόγιο, ενώ η ουσία παραμένει: η άρνηση ότι η σκέψη μπορεί να αναπαραγάγει την αντικειμενική πραγματικότητα στις μορφές της, και η αναγωγή της γνώσης σε εργαλείο οργάνωσης της εμπειρίας ή σε παιχνίδι γλωσσικών συμβάσεων.

Το πρώτο δίδαγμα είναι ότι ο ιδεαλισμός δεν αντικρούεται μια για πάντα. Όσο υπάρχουν οι κοινωνικές συνθήκες που τον γεννούν, ο διαχωρισμός της πνευματικής από τη σωματική εργασία και η απόσπαση της θεωρίας από την πράξη, θα επανέρχεται με νέες μορφές. Το δεύτερο είναι ότι η αντίθεσή του δεν μπορεί να είναι ο μηχανιστικός υλισμός, που αφήνει το ενεργό, δημιουργικό σκέλος της γνώσης στον ιδεαλισμό. Η απάντηση του Ιλιένκοφ είναι η διαλεκτική, δηλαδή η κατανόηση της σκέψης ως ιστορικά διαμορφωμένης μορφής της κοινωνικής πρακτικής. Το τρίτο, και πιο επίκαιρο για μας, είναι ότι ο θετικισμός δεν μένει στην ακαδημαϊκή φιλοσοφία. Περνά και στο εσωτερικό του ίδιου του επαναστατικού κινήματος, ως προσκόλληση στο «γεγονός» και στη στατιστική, ως περιφρόνηση της θεωρίας, ως πραγματισμός χωρίς προοπτική. Ο Ιλιένκοφ προειδοποιεί ότι αυτή η τάση διείσδυσε και στη σοβιετική φιλοσοφία, και η προειδοποίηση αυτή αφορά κάθε οργάνωση που θέλει να κρατήσει τη θεωρητική της συγκρότηση ενιαία με την πράξη της.