Στις 25/04 με 03/05 του 2026 πραγματοποιήθηκε η 6η Συνδιάσκεψη των Συνεπών Κομμουνιστικών Δυνάμεων. Όπως αναφέρθηκε στην Πολιτική Απόφαση και την Ανακοίνωση που ακολούθησε την λήξη της διαδικασίας, εξελέγη νέα Κεντρική Επιτροπή, η οποία εξέλεξε Συντονιστικό Γραφείο και Γενικό Γραμματέα.

 Η Συνδιάσκεψη, όμως, δεν είναι μια απλή διαδικασία συζήτησης, αλλά αντίθετα αποτελεί σημείο χάραξης πολιτικών και κατευθύνσεων για το επόμενο διάστημα. Αξίζει να σημειωθεί ότι είναι η πρώτη φορά στην ιστορία της Οργάνωσης που κλήθηκε να ορίσει καθήκοντα σε βάθος 4ετίας. Αυτό προκύπτει από το νέο καταστατικό της Οργάνωσης που επαναπροσδιορίζει το ζήτημα της θητείας της Κεντρικής Επιτροπής και των Οργάνων γενικά.

Κεντρικό ζήτημα της Συνδιάσκεψης ήταν η ανάγκη επαναθεμελίωσης του κινήματος της Κομμουνιστικής Συνέπειας. Η Πολιτική Απόφαση δεν κάνει συμβιβασμούς: σε μια εποχή που αμφισβητείται ακόμα και η ανάγκη ύπαρξης συντεταγμένης οργάνωσης, και όπου κυριαρχούν αντιλήψεις μικροαστικής προέλευσης με αναρχική «εσάνς», είναι επείγον να ξαναχαραχτούν οι γραμμές που ξεχωρίζουν τις Συνεπείς Κομμουνιστικές Δυνάμεις από οποιαδήποτε άλλη συλλογικότητα.

Η Απόφαση ξεκαθαρίζει ότι το ερώτημα δεν είναι η μορφή της οργάνωσης, αλλά το περιεχόμενο των επεξεργασιών της: το επαναστατικό υποκείμενο παραμένει η εργατική τάξη — εκείνη που εργάζεται στην υλική παραγωγή — ο διαλεκτικός υλισμός παραμένει η μοναδική επιστημονική κοσμοθεωρία, και ο ιμπεριαλισμός αναγνωρίζεται ως το ανώτατο και ύστατο στάδιο του καπιταλισμού, με βάση τα πέντε θεμελιώδη γνωρίσματα που ανέλυσε ο Λένιν.

Η εικόνα της σημερινής ελληνικής πραγματικότητας που αποτυπώνει η Απόφαση είναι σαφής και ξεκάθαρη. Η Ελλάδα είναι χώρα με τσακισμένο τον παραγωγικό τομέα — ο «τριτογενής» τομέας αποτελεί περίπου το 75% των επιχειρήσεων — και η χώρα είναι βυθισμένη σε σύνθετη εξάρτηση από τα ιμπεριαλιστικά κέντρα. Μια εξάρτηση που δεν προκύπτει από «κακές κυβερνήσεις» αλλά από τις ίδιες τις καπιταλιστικές σχέσεις.

Σε αυτό το πλαίσιο, η Απόφαση διαπιστώνει έναν διαρκή εκφασισμό της κοινωνικής και πολιτικής ζωής. Κανένα κοινοβουλευτικό κόμμα δεν θέτει καν ζήτημα αμφισβήτησης της εξάρτησης: η ακροδεξιά και η ΝΔ ζητούν ισχυρότερη πρόσδεση στο αμερικανικό άρμα, το «κέντρο» τη διατήρηση του status quo, ενώ δυνάμεις που αναφέρονται στην αριστερά (γενικά και αόριστα) και άλλοι καταλήγουν να υποστηρίζουν, έστω και έμμεσα, το αφήγημα περί δυνατότητας ύπαρξης ενός μη-ιμπεριαλιστικού καπιταλισμού — θέση πολιτικά εσφαλμένη κατά την ανάλυση της Συνδιάσκεψης. Ο κοινοβουλευτικός ρεβιζιονισμός του «ΚΚΕ» ξεπλένει το ίδιο σύστημα αναζητώντας μεταλενινιστικά στάδια του ιμπεριαλισμού.

Ο εκφασισμός εκδηλώνεται ως υποκατάσταση του πολιτικού επιχειρήματος από τραμπουκισμό, ως αποπολιτικοποίηση μέσω της κουλτούρας του brainrot και του meme, αλλά και ως θανατοπολιτική — υπονόμευση της αξίας του ανθρώπου και ιεράρχηση αρνητικών λύσεων ως ιδεατών. Παράλληλα, ομάδες με διασυνδέσεις με επιχειρηματικούς ομίλους συγκροτούν τραμπούκικες γκρούπες που καμία σχέση δεν έχουν με τη λαϊκή αυτοπεριφρούρηση.

Το εργατικό κίνημα βρίσκεται σε αμυντική φάση. Η αντίληψη περί «κακού θεσμικού συνδικαλισμού» — που διακινείται από τμήματα της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς — εκχωρεί τα σωματεία στον ρεφορμισμό. Η λαϊκή δυσαρέσκεια συσσωρεύεται αλλά εκτονώνεται σε θολό αντισυστημισμό χωρίς σαφή πολιτική πρόταση.

Απέναντι σε αυτή την κατάσταση, η Συνδιάσκεψη επαναβεβαιώνει τη γραμμή οικοδόμησης Δημοκρατικού Λαϊκού Μετώπου. Πρόκειται για μέτωπο που σε στρατηγικό επίπεδο θέτει ως στόχο τη Λαϊκή Δημοκρατική Εξουσία— αποτίναξη του ιμπεριαλιστικού ζυγού, άρση της εξάρτησης, δημιουργία πλήρους Δημοκρατικού πολιτεύματος. Σε τακτικό επίπεδο παλεύει για επί μέρους κατακτήσεις για τον εργαζόμενο λαό.

Στο Μέτωπο αυτό χωρούν όλοι όσοι συμφωνούν με τους στρατηγικούς αυτούς στόχους ακόμη και αν δεν θέτουν ζήτημα σοσιαλιστικού μετασχηματισμού. Δεν χωρούν, ωστόσο, ούτε οι ναζί-φασίστες — που είναι εχθροί του προλεταριάτου — ούτε οι συνοδοιπόροι τους, που ιστορικά αποδείχτηκε ότι στρέφονται ενάντια στον λαό στις κρίσιμες στιγμές, όπως έκανε ο τροτσκισμός κατά τον εμφύλιο και τις μεγάλες λαϊκές εξεγέρσεις.

Η Απόφαση θέτει συγκεκριμένα καθήκοντα για την επόμενη τετραετία: Συγκρότηση κύκλων μελέτης του Μαρξισμού-Λενινισμού και του Διαλεκτικού Υλισμού ανοιχτών τόσο στα μέλη όσο και στον ευρύτερο περίγυρο της Οργάνωσης. Η πολιτική θεωρία πρέπει να γίνει κτήμα των μαζών — και η νέα γενιά δεν είναι μακριά από αυτό, όπως η Απόφαση ορθά επισημαίνει.

Ακόμη, μπαίνει στόχος για ένταξη πρωτοπόρων ανθρώπων — ιδιαίτερα νέων — στα νεολαιίστικα σχήματα, στις ομάδες παρέμβασης, στη σύνταξη Προγράμματος. Στόχος ως το τέλος του 2027 ο σχηματισμός Σχημάτων Νεολαίας ανά περιοχή, απευθυνόμενα κυρίως σε στρώματα που πλήττονται από τον μιλιταρισμό και την καπιταλιστική εκμετάλλευση.

Σημειώθηκε ακόμη  η ανάγκη για ανάπτυξη του εκδοτικού της ΚΕ με νέα κείμενα θεωρητικών επεξεργασιών που να συνδέονται άμεσα με την καθημερινή πολιτική δράση και να ασκούν κριτική τόσο στην αστική ιδεολογία όσο και στα ρεύματα του ευρύτερου χώρου.

Ακόμη, αναγνωρίζεται ως σημαντικό βήμα ο σχηματισμός της Δημοκρατικής Τάσης σε διακριτή συνδικαλιστική παράταξη, με κλαδικά προγράμματα δράσης, ιδρυτικές συνελεύσεις σε κάθε κλάδο και αυτόνομη συμμετοχή σε εκλογές σωματείων.